ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

All posts tagged ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

Published May 8, 2017 by elipep2001

Κάθε φορά που τον συλλογιέται τρέμει γλυκά, μήπως φανεί. Γεμίζει στάχτες κάθε γραπτό της, φιλιά, που καήκανε εντός της.
Λέξεις δε βρίσκει να του γράψει έχουν σε αιώνες μοναξιάς ταφεί.
Σκέψεις τσαλακωμένες, πεταμένες, στην πυρκαγιά της σιωπής.
Βγαίνουν καράβια τα όνειρά της για τη δική της Αμερική. Ένα να φτάσει, η καρδιά της, κι ο στόλος της ας βυθιστεί..
Θα ήταν όμορφη η ζωή της αν την ένιωθε μια στιγμή. Θα ήταν αρκετό για να υπάρξει σ΄ένα του όνειρο, νύχτας φιλί..!

Και ξημερώνει μέρα άγρια,  βορά στον βόρειο άνεμο..
Με τα μάτια κλαμένα αποχαιρέτησε τον εαυτό της, και συστήθηκε άλλη μια φορά στον καθρέφτη.
Συστήθηκε, όχι για να το πιστέψει.. Μα για να το πιστέψουνε, εκείνοι, που σιωπηλά παρακολουθούσαν, κάθε της κίνηση.
Όμως Γελάστηκαν!
Το είδωλό της, περάσανε για κείνη.
Εκείνη που τον ήξερε, στον ουρανό κοιτούσε, τις νύχτες που άθελά της ονειρευότανε και δραπέτευε,  μήπως κάπου τον συναντούσε..
Θα γνώριζε το φως του . 
Γιατί μόνο αυτό μπορούσε να φωτίσει τις ώρες που σεργιανούσε η μοναξιά της..!

… Εκεί, στην άκρη της ερήμου υπάρχουν κάποια όρια. Κανείς δεν τα ξέρει πριν τα διαβεί, κανείς δεν γνωρίζει πριν τα φτάσει, αν έχει το κουράγιο να τα περάσει ή όχι. Αόρατα σύνορα, που χωρίζουν τον κόσμο στα δυο.
Τον κόσμο σου.
Στον πριν και το μετά, που δεν αντέχει το ένα το άλλο. Και συνήθως, το πριν νικά τις ανατροπές.
Βολική είναι η άμμος, για να σβήνουν τα ίχνη βημάτων που δεν οδήγησαν πουθενά.. κάπως έτσι θα έπρεπε να σβήνουν κι οι μνήμες.
Και δεν είναι κατανοητό, γιατί αυτό δεν συμβαίνει, σε ένα κόσμο πλασμένο από αμνησία…!

“……Σ΄ έχει τάξει η μοίρα στης καρδιάς την αλμύρα, όσα νιώθεις πλημμύρα στων ματιών σου το φως.
Μ΄ ένα πέπλο σιωπής το πρόσωπό σου σκεπάζεις το τσιγάρο πληγή που στα χείλη ανάβεις.
Ραγισμένα καράβια σε καλούνε ξανά,με σχισμένα πανιά σε ταξίδια μεγάλα.
Κι η ψυχή σου σκορπά στους ανέμους, το κύμα, την αγάπη ζητά σε δυο μάτια γαλήνια.
Στό΄χω πει, σ΄αγαπώ, όπου είσαι και γω, θα με βρεις στον βυθό στα πιο μαύρα κοράλλια……”
Στα αστέρια, αγκαλιά σα να φοβάσαι στη γη και κοιτάς στα ψηλά, και ελπίδα γυρεύεις.
(Νικολας Νικολοπουλος)


Η νύχτα γλυκιά με την απουσία του. Γλυκιά, σε αυτά που την κάνουν να θυμάται,
…. μα και σκληρή…
…..Κρύα…..
Τις ώρες εκείνες που μέσα στη θολή της θλίψη, πίστευε πως είναι κάπου εκεί και χαμογελά..
Του μιλά, μα  δεν απαντά.
Και τότε ξυπνάει.. στην πραγματικότητα που δε γράφει το όνομά του.

Μερικές φορές σκέφτεται, πως αν είχε μια δεύτερη ευκαιρία, ίσως έκανε πάλι τα ίδια λάθη.. Ίσως  να περίμενε εκείνον να καταλάβει πιο πολλά από όσα του έδειχνε, να διάβαζε τις σκέψεις της … τις ανάγκες της.
Όμως αυτή έτσι ήταν…
Μπορούσε να αλλάξει μόνο για λίγο, επειδή ο χρόνος ξαναφέρνει στο φως όλες τις κακές μας συνήθειες.
Έπειτα, ούτε εκείνη μπόρεσε  να  διαβάσει εκείνον..  Φορούσε στολή παραλλαγής.. 
Ακόμη και αυτη την μέρα της έκρηξης, την μέρα που εκείνη έχανε κάτω από τα πόδια της ό,τι  σαν τυφλή θεωρούσε δεδομένο.
Εκείνον.. ,,,
… την ζωή της κοντά του.

 

Το έμαθε πια, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όλα πρέπει να κερδίζονται ξανά και ξανά… να χτίζονται διαρκώς καινούργια γεφύρια.
Κι όμως , ακόμη δεν γνώριζε αν μπορούσε να την ωφελήσει αυτή η γνώση. Αν της  έκανε καλό. …
Είχε τη δυνατότητα να προσπαθήσει, μα αληθινά δεν γνώριζε  πόσο .. το χειρότερο, τρύπωσε μέσα της ο φόβος.
….. Η αμφιβολία….
Και αν ακόμα κάποια στιγμή υπήρχε περίπτωση να πραγματοποιηθει η επιθυμία της να τον ξαναδεί  και να αρχίσει ότι έμεινε μισό, το δηλητήριο του φόβου θα μετρίαζε την χαρά της.
Και δεν θα ήταν χαρά, ούτε ο θάνατος που ένοιωσε με την άδικη απόρριψή του ..

Θα ήθελε ακόμα να του πει, πως για τα πιο μεγάλα ταξίδια, φτάνει μια αγκαλιά, μόνο.
Πως, κάθε φορά που γυρνάς την πλάτη, ότι και να σε ανάγκασε, χάνεις ένα κομμάτι από τον καλύτερο εαυτό σου, Και βάζεις υποθήκη την ζωή σου στην μοναξιά…
Πως πάντα δεν φταίει ο ένας.. το φταίξιμο ανήκει και στους δυο.. Μόνο που η ζυγαριά γέρνει σε κάποιον κάπως περισσότερο…
Ίσως να ήτανε αλλιως  αν της φανέρωνε,  πόσο πολύ πάλεψε με τον εαυτό του για αυτη του την απόφαση..  χωρις  να αφήσει να γεννηθεί και να μεγαλώσει ένα ποτάμι υπόγειο, που στο τέλος θα σάρωνε τα πάντα.

“Είν΄η αγάπη σα νερό που τη ζωή ποτίζει γλυκά κυλά στο μάγουλο τον πόνο σα χαρίζει.
Άλλους τους κάνει άγγελους και άλλους τους κολάζει άλλους τους πάει στον ουρανό κι άλλους στη γη τους βάζει…!
Σα θα το βρεις το σ΄αγαπώ, φως των ματιών σου βάλτο σήμαντρο μέσα στην καρδιά στην αγκαλιά σου πάρτο.
Να το προσέχεις σα παιδί να το φιλάς σαν κόρη, σα βασιλιά να το ακούς και σα θεό, να τό΄χεις.
Γιατί Θεού είναι πνοή και στέμμα στη καρδιά σου, μα όταν μείνει ορφανό θα γίνει συμφορά σου….!”
(Νικόλας Νικολόπουλος)

“Σμίξανε μέλλον, παρελθόν και γέννησαν το τώρα.
Και γω που πάντα έψαχνα χώρο για να υπάρξω στην αγκαλιά τους τρύπωσα
θανάτους να ξεχάσω.
Συνάντησα όσα έζησα και όλα όσα ποθούσα,
με ένα φιλί ερωτικό κοντά σου να τα ζούσα!
Ένα φιλί όπου κανείς ποτέ δε θα το πάρει
δε θα υμνήσουν ποιητές, δε θα το δει φεγγάρι.
Γιατί ποτέ δε δόθηκε στο μέλλον μας ταμένο
μα και θαμμένο από καιρό, σε χάρτες ξεχασμένο..”
(Νικόλας Νικολόπουλος)


Η σιωπή, ήρθε σαν επακόλουθο της  πικρης χαράς…
Μιας πικρής ανάμνησης που το σώμα ως πιο σοφό δέχθηκε, μα η ψυχή αρνιότανε πεισματικά να λησμονήσει.
Άραγε τι θα ήταν η ψυχή χωρίς σώμα;
Πως θα μάθαινε να υμνεί τον έρωτα, τον πόνο, πως θα ήταν δυνατό να νιώσει τον πόθο;
Μια Ανάσα βαθιά…
Σκέψεις που ενώ φαντάζουν λαμπερές και υπέροχες καταλήγουν σε μια ουτοπία…
Το μόνο που μένει είναι μια γλυκόπικρη γεύση .. ένα γκρέμισμα ονείρων ένα ταπείνωμα μιας ερωτευμένης ψυχής που γεύεται την παράλογη όψη της ζωής..

Ο νους ονειροβατει και ξυπνά σκέψεις που ο αέρας δυνητικά επαναφέρει στο νού.. Πρέπει να ξεχάσει… 
Οτι φεύγει δεν ξανάρχεται .. κι αν έρθει πάλι… τίποτα δεν θα θυμίζει εκείνο που έφυγε.. Το ήξερε πολύ καλά αυτό..

Η μέρα έρχεται σιγά σιγά.. ο ήλιος αρχίζει να τρεμοπαίζει με τις ακτίνες του δίνοντας ένα μήνυμα ότι σε λίγο θα φωτίζει υπέρλαμπρα τη γη.
Κοιτάζει το νερό της μικρής λίμνης έξω απο το παράθυρό της που παιχνιδίζει με χίλιες αποχρώσεις παίζοντας κυνηγητό με τις ατίθασες ακτίνες του  άρχοντα ήλιου.
Το πρωινό φως , θα σκεπάσει απαλά τα όνειρά της… τις σκέψεις που την ενοχλούν.. Μια καινούρια μέρα ανατέλλει…

Η νύχτα πέρασε, και το πάθος έγινε άσπρο μελαγχολικό καράβι. Ο νους, σιωπηλά έστεκε στην προκυμαία.. περίμενε….
Τα όνειρα που έβλεπε  με τα μάτια ανοιχτά, έγιναν αχνά .. σχεδόν θολά από δάκρυα αγάπης.
Από τα πιο όμορφα δάκρυα της ζωής της…
Νέφη τα μάτια σκοτεινιασμένα, η μέρα κρύφτηκε πίσω από τα σφαλισμένα βλέφαρα.Τι να βαστήξουν δυο μάτια κλειστά σαν είδαν τη θάλασσα, κι ακόμα ταξιδεύουν; Δεν ήτανε το πλοίο δικό της, κι ας το αγάπησε… Ας μέρωσε το τραχύ ξύλο του με της αγάπης τα “θέλω”, η δύναμή της  ήταν μικρότερη από τη δύναμη που έχουν τα κύματα.
Από τον πόθο της ψυχής  να ταξιδέψει πιο πολύ…

Λιμάνι μικρό η αγκαλιά της, δε τον χωράει πια. Τα πανιά ορθάνοιχτα και φουσκωμένα παρά τον “αναποδιάρη” καιρό.
Η καρδιά της δεν  έμαθε ακόμα, πως για τα πιο μεγάλα ταξίδια φτάνει μία αγκαλιά…..
Κι η νύχτα ήταν όλη βάρος δικό της. Δεν ήθελε να τον δει να φεύγει … Μόνος,,, χωρις εκείνη….

“Ξημέρωσε” είπε στις σκέψεις της,…. “φύγετε πιά….” 

Βάστηξε όλα τα άγρια κύματα, έκανε σιωπή στο μουγκρητό τους έκανε σιωπή να ακούει μόνο τους κτύπους της καρδιάς της.
Τίποτε άλλο. ” Είμαι μαζί σου, πάντα..” ήταν τα λόγια που ψέλλισε άθελά της..
Μα το ταξίδι είχε αρχίσει, προτού βάψει το αντίο της κόκκινο, σαν την Ανατολή. Άνοιξε τα μάτια, κι η Ανατολή ήταν μόνο για κείνη…
Η θάλασσα λευτερώθηκε, κι αθόρυβα, όχι καθώς περίμενε, την τράβηξε μέχρι τον μαύρο βυθό της. Της έδωσε την αγκαλιά που εκείνος πια δε μπορούσε….την έπιασε βίαια ο ήλιος από το χέρι, και την έσυρε μαζί του, πάνω από την θάλασσα.
Άφησε πληγές στο χέρι.
Κοιτάζει τις πληγές, μα ο πόνος ξεκινά από της ψυχής το ρίζωμα . Κι είναι όνειρο κακό, να ζει και να μη μπορει να ξυπνήσει. Χωρίς εκείνον, να υπάρχει….

Γρήγορα οι σκέψεις αφήνουν την πραγματικότητα να ανατείλει ..
Η βόλτα του ΠΡΙΝ άρχισε να περπατά με γρήγορα βήματα να προλάβει το ΤΩΡΑ..

Ευτυχώς τα όνειρα της νύχτας τα παίρνει το φώς και τα διαλύει…
Η ζωή καθώς προχωράει διώχνει όλα τα σύννεφα και ανοίγει καινούριους προορισμούς με οδηγό την ελπίδα.. την αισιοδοξία και την ευτυχία…

(Elipep απο το blog μου nostalgikos anemos  “ταξιδια του νου” )