λαθη

All posts tagged λαθη

ΚΙ ΑΦΟΥ ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΙΔΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΤΙ ΠΗΓΕ ΛΑΘΟΣ

Published April 29, 2017 by elipep2001


Είναι κάτι πρόσωπα, που ακόμη και τώρα στο άκουσμα του ονόματός τους τρέμεις.

Που τα ψάχνεις στο πλήθος και νομίζεις ότι τάχα μου τα βλέπεις και φουντώνεις με τον ίδιο τρόπο, όπως τότε. Οι παλμοί σου εκτοξεύονται και τα πόδια σου δε σε κρατάνε. Δεν έχει σημασία που ο καιρός πέρασε και ο χρόνος στο πέρασμα του έκλεισε τις πληγές. Εσύ, τα θυμάσαι και φουντώνεις ακόμα. Γιατί κάποια πρόσωπα δεν τα ξεπερνάμε ποτέ και τα κουβαλάμε πάντα μέσα μας.

Οι άνθρωποι αυτοί είναι όσα κάναμε δικά μας, μα ποτέ δεν κατακτήσαμε. Είναι όσα δε συνέβησαν με τον τρόπο που τους άξιζε, με τον τρόπο που δικαιούνταν. Μαζί τους ένιωσες τα πιο ακραία συναισθήματα. Είδες τον εαυτό σου σε μια εκδοχή του, που δε φανταζόσουν ότι υπήρχε. Τους αφέθηκες χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς δισταγμούς. Γιατί τους γούσταρες πολύ. Τους πόθησες παραπάνω απ’ όσο άντεχες. Και το ένιωσαν κι αυτοί μαζί σου. Άλλωστε, αν δεν ήταν αμοιβαίο δε θα μιλούσαμε για έρωτα.

Η χημεία σας εκρηκτική, εσύ στην καλύτερη σου εκδοχή και οι στιγμές που ζήσατε οι πιο πολύτιμες αναμνήσεις. Ένταση που δεν κατάφερες να νιώσεις ξανά, πάθος που δεν ήξερες πως υπάρχει. Ποτέ τίποτα επόμενο δεν μπόρεσε να σ’ ολοκληρώσει με τον ίδιο τρόπο. Όσο κι αν θέλησε. Όσο κι αν προσπάθησε.

Κι αφού όλα ήταν τόσο ιδανικά κι αμοιβαία, τι πήγε λάθος θα μου πεις;

Η ζωή, μάτια μου. Γιατί παρά τα όσα νιώσατε, δεν καταφέρατε ποτέ να είστε μαζί. Δεν μπήκατε ποτέ σε σχέση, δεν ηρεμήσατε. Δεν ησύχασε ούτε ο έρωτάς σας. Άλλες φορές φταίει το timing, άλλες οι διάφορες συνθήκες και κάποιες άλλες απλώς ο ένας τρόμαξε.

Οι μεγαλύτεροι έρωτες δε γίνονται ποτέ σχέσεις. Κάποιοι, μάλιστα, λένε πως δεν ξυπνάνε και στα ίδια κρεβάτια. Μερικές φορές είναι ιστορίες που ντρέπεσαι να πεις, ιστορίες που θέλεις να κρύψεις. Λες και υπάρχει ανήθικος έρωτας. Κάποιες άλλες φορές είναι ό,τι πιο όμορφο έχουμε ζήσει, η δική μας παραφροσύνη, που δεν άντεξε μέσα στην τόση πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι οι άνθρωποι που μας μύησαν στον έρωτα, που μας έμαθαν να αγαπάμε κι ας έφυγαν ύστερα από λίγο. Είναι τα πρόσωπα που μπήκαν κάτω από το δέρμα μας και δεν έφυγαν από μέσα μας παρά την προσπάθεα.

Γι’ αυτό οι έρωτες αυτοί δεν ξεθυμαίνουν και ποτέ, δεν ξεθωριάζουν. Γιατί δεν βρήκαν πουθενά καταφύγιο, γιατί δεν άραξαν σε κανένα λιμάνι, γιατί γεννήθηκαν καταδικασμένοι να πεθάνουν και προκειμένου να σωθούν φώλιασαν μέσα μας.

Τους έρωτες αυτούς δεν τους ξεχνάς εύκολα. Γιατί μαζί τους μεγάλωσες κι έμαθες. Εξαιτίας τους έγινες αυτό που είσαι τώρα. Μπορεί να μη μιλάς πια γι’ αυτούς, να αλλάζεις θέμα όταν η κουβέντα πάει εκεί και να γυρνάς το κεφάλι από την άλλη. Το μούδιασμα, όμως, κι εκείνο το γνώριμο τσίμπημα το νιώθεις ακόμη.

Όσα χείλη κι αν φιλήσεις πάντα τα δικά τους θα ζητάς. Σε όσα κρεβάτια κι αν ξαπλώσεις πάντα στα δικά τους θα εύχεσαι να είχες ξυπνήσει. Κι άθελα σου όσα βήματα κι αν κάνεις μπροστά πάντα θα γυρίζεις πίσω.

Τα πρόσωπα που ερωτευτήκαμε παράφορα και ζήσαμε μαζί τους ένα «παραλίγο μαζί» είναι η μεγαλύτερη κατάρα και η καλύτερη λύτρωση. Είναι τα «αν» που σε στοιχειώνουν ακόμα, είναι το τρίτο ποτό. Είναι τα ξενύχτια, τα τσιγάρα και τα δάκρυα.

Κι αν δεν το έχεις ζήσει, αν δεν το ‘χεις νιώσει δε θα καταλάβεις καν για τι μιλάω, θα σου φανώ υπερβολική και παράλογη. Αλλά εκείνοι που το ένιωσαν ξέρουν.

Γράφει η Ελευθερία Ηλιοπούλου
(πηγη: anapnoes.gr)

Ενας περίπατος σε άγνωστα συναισθήματα

Published November 26, 2015 by elipep2001

 

Διαβάζοντας ένα site στο διαδίκτυο η προσοχή μου έπεσε σε μια τοποθέτηση στο θέμα των σχέσεων μιας κοπέλας της “ΒΑΣΙΑ”. Μου άρεσε και την αναρτώ και στο δικό μου blog.

Εγραφε:

….”Με αφορμή μία συζήτηση που είχα τις προάλλες, αναρωτιόμουν γιατί πολλές φορές οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν έχουν ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά τους, κάνουν λάθη. Αντί να εκδηλώσουν αυτό που νιώθουν πραγματικά (ή έστω να το αναζητήσουν), δημιουργούν σχέσεις που θα τους οδηγήσουν στο πουθενά, αφήνουν τον άλλον με ψεύτικες ελπίδες, που στο τέλος μόνο άσχημο τέλος μπορούν να φέρουν και στους δύο.
    Η πρώτη απάντηση που μου ήρθε ήταν “για να καλύψουν την μοναξιά τους”. Ο συνομιλητής μου δεν συμφώνησε με αυτό. “Μα όλοι μας, όσο και να μη το παραδεχόμαστε, έχουμε τουλάχιστον κάποιους ανθρώπους να νοιάζονται για μας. Ποτέ δεν είμαστε στα αλήθεια μόνοι”. Η αλήθεια είναι πως, παρόλο που κατακρίνω τέτοιες συμπεριφορές, κατανοώ γιατί γίνονται. Έχω κάνει τέτοια λάθη (και μάλλον κάνω και τώρα). 
    Γιατί όσους φίλους και να έχεις, όσους ανθρώπους γύρω σου που να νοιάζονται για σένα, ή όση αισιοδοξία και να σε διακατέχει, στο τέλος της ημέρας είναι αδύνατο να μη νιώσεις ότι θέλεις περισσότερα. Είναι αδύνατο να μη νιώσεις ότι είσαι μόνος, και δε μπορεί κανένας να σε σώσει απ’τις ίδιες σου τις σκέψεις. 
    Για μένα, αυτό είναι ένα απ’τα χειρότερα συναισθήματα και μία απ’τις μεγαλύτερες μάστιγες στην σημερινή εποχή: το να μην είσαι σίγουρος για τους άλλους, ή ακόμα χειρότερα για τον εαυτό σου. Το να περικλύζεσαι από πολλούς ανθρώπους και πάλι να νιώθεις μόνος.

Πώς μπορώ να εκφράσω το τίποτα?
Με τί λόγια να το εξηγήσω?
Υπάρχουν πολλές λέξεις για να περιγράψεις συναισθήματα.
Πώς περιγράφεις όμως την έλλειψη των συναισθημάτων?
Με τί δύναμη να μιλήσεις για εκείνη τη στιγμή?
Τη στιγμή που θα ακουστεί το αντίο, τί θα κάνεις?
Θα φωνάξεις, θα κλάψεις, θα παρακαλέσεις?  Ή θα αφήσεις τον άλλον θα φύγει, να χαθεί?
Κάποιες φορές είναι καλύτερο να αφήνεις τον άλλον. Όχι για να περιμένεις να ξαναγυρίσει σε σένα, -τί εγωιστικό- Αλλά γιατί θα ξέρεις ότι αλλού θα είναι καλύτερα… Κι ας πέρνει μαζί του τη ψυχή σου, όλο σου το είναι.
-Νιώθεις?   – Όχι δε νιώθω πια. Και αυτά τα δάκρυα στα μάγουλά σου?
-Αναπληρώνουν το κενό μέσα μου.

Η νέα αρχή όμως πλησιάζει.
Όχι άλλες αμφιβολίες, όχι άλλες σκέψεις που πονάνε.

Μέχρι τότε?
Δάκρυα να γεμίζουν το κενό.  Το κενό της απουσίας του…..”

Εχοντας λοιπόν στο νού το σημερινό δημοσίευμα κάποιου αστρολογικού site για τον ωροσκόπο μου, έδεσαν όλες αυτές οι σκέψεις στο μυαλό μου και ειδικά η φράση «σταμάτα να παριστάνεις τον Πυγμαλίωνα».

Αυτη η φράση με οδήγησε σε αυτή την αναζήτηση που με μεγάλη μου χαρά μοιράζομαι μαζί σας φίλοι μου, θεωρώντας ότι θα βοηθήσω και σας να καταλάβετε τα πολύ κρυφα σας συναισθήματα που εμποδίζουν την πραγματοποίηση των επιθυμιών και των προσδοκιών στις σχέσεις σας,  σε αυτές που ήδη έχετε ή σε αυτές που θα θέλατε να έχετε. Η ουσία είναι ότι αν όχι όλοι οι περισσότεροι, κάνουμε πολλά λάθη στις επιλογές μας από αδυναμία κυρίως  να επιλέξουμε αυτό που περιμέναμε ή που θα θέλαμε να έχουμε. Έτσι νομίζοντας ότι βρίσκουμε το κατάλληλο πρόσωπο μπλεκόμαστε στα δίκτυα της  σκοτεινής πλευράς του εαυτού μας αφού δεν έχουμε διεισδύσει  να τον διαλευκάνουμε και να τον φωτίσουμε μένοντας σε αυτά τα ίδια λάθη που χρόνια και χρόνια δεν θέλουμε να αλλάξουμε.

Αναζήτησα λοιπόν τον μύθο του Πυγμαλίωνα που ανέφερε η περιγραφή του αστρολόγου για τον ωροσκόπο μου και που η αλήθεια είναι ότι δεν είχα ακούσει ποτέ.. και αποφάσισα να σας τον γνωρίσω ή αν τον γνωρίζατε (τον μύθο εννοώ) να τον ξαναθυμηθείτε και να αναθεωρήσετε τα μέχρι τώρα συναισθήματα σας ώστε να είναι ένα μικρό μαθηματάκι  για τα επόμενα βήματά σας.

πυγμαλιων

Για όσους δε γνωρίζετε ήδη τον μύθο, επιτρέψτε μου πρώτα να σας τον αφηγηθώ.

«Οι Έλληνες αγαπούσαν τη γλυπτική και γέμιζαν τα σπί­τια, τους δρόμους και τους ναούς τους με αγάλματα. Και στους τάφους ακόμα τοποθετούσαν ανάγλυφες στήλες κι εκεί, πάνω στην πέτρα, οι τεχνίτες παρουσίαζαν καθημερινές σκηνές από τη ζωή των απλών ανθρώπων.

Ένας τέτοιος περίφημος γλύπτης ήταν και ο Πυγμαλίωνας, ο βασι­λιάς της Κύπρου, που μελετούσε προσεχτικά τις κινήσεις των ανθρώπων, τα παλικάρια που έτρεχαν στο στίβο, τα χέρια και τα πόδια τους καθώς δρασκέλιζαν τις αποστάσεις, και συγκέντρωνε στοιχεία για το πώς θα τα “λα­ξεύσει” στο μάρμαρο.

Γι’ αυτό, τα αγάλματα του ήτανε σαν πλάσματα ζωντανά κι όχι ακίνητα κομ­μάτια πέτρας.Όταν ύστερα από αδιάκοπη δουλειά τέλειωνε ένα γλυπτό, καθόταν και του…μιλού­σε. Του μιλούσε με τις ώρες, γιατί ένιωθε την ανάγκη να κουβεντιάζει με κάποιον πολύ δικό του, εκεί σε μια γωνιά, και να του ψιθυρίζει τον πόνο του, να του ανοίγει την ψυχή του.  Τι κι αν ήταν βασιλιάς;  Η δόξα δεν του έδινε χαρά. Ούτε τα δώρα που του χάριζαν τον ικανοποιούσαν. Ούτε το χρυσάφι που σκόρπιζαν στα πόδια του οι δυνατοί της γης, για να σκαλίσει τις προτομές τους στο μάρμαρο και να τους κάνει αθάνατους, του έκανε εντύπωση.Σ’ αυτή τη μοναξιά της ψυχής του, οι μόνοι του σύντροφοι ήταν τα αγάλματα. Αυτά ένιωθε δικούς του, φίλους του. Και μόνο με τη χαρά της δημιουργίας ένιωθε ευτυχισμένος.

Ευτυχισμένος ένιωσε τότε που «έπλασε» την Αφροδίτη, τη θεά της ομορφιάς, την ώρα που αναδύεται μέ­σα από τα νερά, με τη βρεγμένη εσθήτα να κολλά πάνω της και να α­ναδεικνύει, αντί να κρύβει, την ομορφιά του κορμιού της… 

 Η Αφροδίτη του λες κι ήταν έτοιμη να του μιλήσει. Να  του διηγηθεί πώς παρουσιάστηκε μπροστά της η Αμφιτρίτη και της χάρισε ένα τεράστιο κοχύλι. Πώς ξά­πλωσε μέσα του να ξεκουραστεί και ο άνεμος σπρώ­χνοντας την, αγάλι αγάλι, την έφερε στην Πάφο της Κύπρου. .

Μπροστά σ’ αυτό το τόσο ζωντανό έργο του, τη θεά του έρωτα, ο Πυγμαλίωνας ξέσπασε: « Μου λείπει η Αγάπη, Αφροδίτη. Μου λείπει μια γυ­ναίκα, να της αφοσιωθώ, να την αγαπώ πέρα από το χρόνο. Κατάφερα να κάνω ποίηση την τέχνη μου, αλλά μου λείπει η αγάπη, που κάνει ποίηση τη ζωή».

Ένα ανοιξιάτικο δειλινό, γεμάτο μυρωδιές, την ώρα  που ο ήλιος τραβούσε σιγά σιγά προς τη δύση, μια νυ­σταγμένη αναλαμπή του χώθηκε στο εργαστήρι του Πυγμαλίωνα και το γέμισε χρώματα τριανταφυλλένια. Εκείνη τη μέρα του είχαν στείλει ένα κομμάτι μάρ­μαρο από την Πάρο. Μ’ εκείνη τη ρόδινη αναλαμπή ο ά­μορφος όγκος πήρε ένα χρώμα απαλό. Η λεία και κα­θαρή του επιφάνεια θα μπορούσε ν’ αποδώσει θαυμάσια ένα γυναικείο πρόσωπο με ροδαλή επιδερμίδα.

Ο Πυγμαλίωνας άρπαξε τη σμίλη του κι άρχισε να δουλεύει. Με πάθος και πόνο. Ήθελε να σμιλέψει μια γυ­ναίκα γεμάτη χάρη, με γυμνά μπράτσα, μ’ ένα διάφανο  πέπλο διπλωμένο πάνω στους ώμους της, καρφιτσωμένο με πόρπη.

Οι κινήσεις του ήταν ανυπόμονες. Μαρτυρούσαν το μέγε­θος της μοναξιάς του, τη λαχτάρα του να βρεθεί αντιμέτωπος με μια τέτοια θεία γυναίκα, δημιούργημα της τέχνης του. Αφαιρούσε γρήγορα ό,τι νόμιζε περιττό. Το χέρι; του πήγαινε μόνο οδηγημένο από μια θεϊκή δύναμη. .

Οι δυσκολίες που συναντούσε τον προκαλούσαν. Μα είχε την πειθαρχία που χρειαζόταν για να τιθασεύσει το μάρμαρο.  Όταν τέλειωσε το άγαλμα ο Πυγμαλίωνας κάθισε ένα σκαμνί να ξαποστάσει. Το χέρι του έτρεμε. Παράτησε τη σμίλη του. Δεν είχε φάει, δεν είχε πιει, δεν ήξερε καν πόσος χρόνος είχε περάσει. Το κορμί του τον πονούσε, το κεφάλι του στριφογύριζε, η καρδιά του χτυ­πούσε μέσα στο στήθος του σαν σφυρί. .

Ακίνητος, κοίταξε το άγαλμα που είχε φτιάξει. Η γυναίκα που είχε πλάσει ήταν θαρρείς ζωντανή. Θαρρείς πως θα του μίλαγε. Πως θ’ άπλωνε το χέρι τον αγγίξει. Πως, αν πρόβαλε το πόδι της, θ’ άρχιζε να περπατά.  Η φλόγα του λυχναριού τρεμόπαιξε. Του φάνηκε πως το άγαλμα τρεμόπαιξε κι εκείνο τα μάτια του. Ο Πυγμαλίωνας ανοιγόκλεισε δυο τρεις φορές τα δικά του για διαπιστώσει αν ονειρεύεται. Μπροστά του έστεκε μια γυναίκα κάτασπρη σαν το γάλα.

«Γαλάτεια»,  ψιθύρισε.  Το όνομα αυτό του ήρθε αυθόρμητα στα χείλη, και λιποθύμησε. Μ’ ένα σιγανό τρίξιμο η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα η θεά Αφροδίτη. Προχώρησε, πανέμορφη με το χρυσό φως που τη στεφάνωνε, κι απόθεσε στο κεφάλι της Γαλάτειας ένα λουλουδένιο στεφάνι. Το άγαλμα υποκλίθηκε και χαμογέλασε στη θεά..

Ο Πυγμαλίωνας τινάχτηκε τρομαγμένος από το σημείο όπου είχε πέσει. Έτριψε τα μάτια του, έβα­λε τα χέρια στα μαλλιά του σαν για να τα ξεριζώ­σει…. Έχω παραισθήσεις, σκέφθηκε, όπου να’ ναι, αυτή η μοναξιά θα με τρελάνει.

Το άλλο πρωί ο Πυγμαλίωνας κίνησε για τ’ ακρογιάλι, όπου υπήρχε ο βωμός της Αφροδίτης. Ένας δούλος κουβαλούσε ένα δαμάλι να το θυσιάσει στη χάρη της.

Στολισμένος ο βωμός και τα θυμιάματα μπλέκο­νταν με την αρμύρα της 
θάλασσας. Οι ιέρειες πρό­βαλαν στεφανωμένες κρατώντας δυο δοχεία με νε­ρό και κρασί που τοποθέτησαν πάνω σε τρίποδες. Η μία ιέρεια έχυσε το κρασί στο χώμα κι ο  Πυγμαλίωνας πήρε μια χούφτα αλεύρι από ένα χρυσό δίσκο και το έριξε στην πλάτη του ζώου. Ύστερα μ’ ένα μικρό μαχαίρι πρόσφερε το ζώο θυσία στη θεά.

Ο Πυγμαλίωνας πρόσπεσε στο βωμό με ανοι­χτά τα χέρια και προσευχήθηκε στην αφρογέννητη, να του δώσει μια σύντροφο για την έρημη ζωή του. Μια γαλάζια φλογίτσα ξεπετάχτηκε τότε από τη φωτιά που άναψαν οι ιέρειες. Σίγουρα ήταν θε­ϊκό σημάδι.Μετά απ’ αυτό και μετά από την οπτασία που είχε δει το προηγούμενο βράδυ, ο Πυγμαλίωνας ή­τανε πια σίγουρος ότι κάτι διαφορετικό θα έδινε χρώμα στη ζωή του. Ίσως η θεά να είχε εισακούσει τις προσευχές του.

Με βήμα γοργό γύρισε στο εργαστήρι του.  Άνοιξε την πόρτα με μια ελπίδα στην καρδιά. Κοίταξε το άγαλμα. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, κι άλλο ένα, κι άλλο ένα δισταχτικά. Η Γαλάτεια κούνησε το κεφάλι χαμογελαστή. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε από την ανάσα της. Στα μάτια της τρεμόπαιζαν δυο φλογίτσες. Το βλέμμα της καρφώθηκε με τρυφερότητα στο πρό­σωπο του. Άπλωσε τα χέρια της να τον αγκαλιά­σει.

Όχι! Δεν ήταν παιχνίδι της φαντασίας του. Ή­ταν αλήθεια.  Καθώς την πλησίαζε ένιωσε ένα κύμα, σαν άρωμα, να ξεφεύγει από τα μαλλιά και το κορμί της.

«Γαλάτεια»; ψιθύρισε χωρίς ακόμα να πιστε­ύει στο θαύμα..!!

«Ναι»; άκουσε τη φωνή της να του απαντά.

Μια ηλιαχτίδα περίεργη χώθηκε τότε στο εργαστήρι απλώνοντας τριανταφυλλένια χρώματα για να φωτίσει τη δύναμη της αγάπης, μιας αγάπης που δεν την χωρά­ει ο ανθρώπινος νους, τόσο με­γάλης που

να σ’ ανεβάζει στα σύννεφα.

(Βαρελλά Αγγελική,  περιοδικό «Συνεργασία»)

Στο τέλος,κατάφερε να διαμορφώσει την πιο εκλεπτυσμένη φιγούρα που είχε συλλάβει ποτέ η τέχνη.
Τόσο εκπληκτική ήταν η δημιουργία του, που άρχισε να την ερωτεύεται παθιασμένα.
Φιλούσε τα μαρμάρινα χείλη της, άγγιζε τα παγωμένα χέρια της, έντυνε με περίτεχνα ρούχα το άψυχο σώμα της.
Σύντομα όμως η ελπίδα μετατράπηκε σε οδύνη, αφού το άγαλμα δε μπορούσε να ανταποδώσει την αγάπη που ο Πυγμαλίων προσέφερε.
Ξεκίνησε να δημιουργήσει την απόλυτη γυναίκα αλλά στο τέλος κατάφερε να δημιουργήσει την προσωπική του απελπισία.»

Έτσι κάπως συμπεριφερόμαστε όλοι εμείς, σα τον Πυγμαλίων. Πολλές φορές μας ελκύουν στην αρχή άτομα διαφορετικά από μας και κατεφέρνουν εύκολα να διεισδύσουν στο μυαλό μας. Και αυτή η αντίθεση αρχικά μας ευχαριστεί! Μα μόλις αποζητήσουμε τον έλεγχο της σχέσης που δημιουργείται, οι διαφορές γίνονται ατέλειες και προσπαθούμε να μετατρέψουμε τον άλλον σύμφωνα με τις δικές μας προτιμήσεις. Όπως ο Πυγμαλίων, φιλοτεχνούμε τον χαρακτήρα του άλλου έτσι ώστε να μας ταιριάζει. Και όπως ο Πυγμαλίων, αναπόφευκτα αντιδρούμε, αφού οι προσπάθειές μας να τον αλλάξουμε πέφτουν στο κενό. Το σχέδιο αυτό αποτυγχάνει πάντα: ή ο άλλος αντιστέκεται, μετατρέποντας την σχέση σε πεδίο μάχης, ή παραδίνεται, κάνοντας τον άλλον τόσο άψυχο όσο και το άγαλμα. Σε αυτό το παράδοξο παιχνίδι χάνουμε, ακόμα κι αν κερδίσουμε.
Στο τέλος του μύθου, η Αφροδίτη λυπήθηκε τον Πυγμαλίων και έδωσε ζωή στο άγαλμα. Αυτός και η Γαλάτεια (όπως την ονόμασε) παντρεύτηκαν με τις ευχές της θεάς.

Στον πραγματικό κόσμο όμως δε μπορούμε να ελπίσουμε σε θαύματα. Μπορούμε όμως να σεβόμαστε τις διαφορές του άλλου ώστε να βγάλουμε κάτι αληθινά όμορφο.

Εύχομαι σε όλους μας να το πετύχουμε.

(ELISSAVET PEP)

αγαπη