Uncategorized

All posts in the Uncategorized category

H αγάπη σου μου “λύπη” (*) Ποίημα

Published March 24, 2016 by elipep2001

Ποίημα για την αγάπη (*) Θα χρειαστείτε περίπου 20 δευτερόλεπτα για να το διαβάσετε.

Source: H αγάπη σου μου “λύπη” (*) Ποίημα

Advertisements

ΟΤΑΝ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Published September 19, 2015 by elipep2001

 

Όταν μιλώ για σένα και για μένα,
για την αγάπη που άνοιξε τα πέταλα της  δειλά
στους  μυστικούς  κήπους  της καρδιάς μου
βλέπω  το φως του φεγγαριού

να απλώνει την  ασημένια  βεντάλια του ,
πάνω από τα  σκοτεινά ερέβη της  νύχτας
Χαρίζοντας  μου    την επιθυμία
Να θέλω να πετάξω  και πάλι ψηλά.
και ας είναι τα πόδια μου γερά δεμένα με το  χώμα.

 

Όταν μιλώ για σένα και για μένα, 

για την αγάπη που πρόβαλε θριαμβευτικά
σαν την Πανσέληνο στο μέσο των άστρων
ακούω  τις  γοργόνες να τραγουδούν  τρυφερά
στις βαθυγάλαζες  σπηλιές του Αιγαίου
και  το  τραγούδι  των δελφινιών γλυκά
να συνοδεύει   την άρπα της καρδιάς μου,
κι ας είμαι ένας ναυαγός στην μέση του ωκεανού.

 

Όταν μιλώ για σένα και για μένα
για την αγάπη που ωρίμασε
ευλαβικά ,σαν τον λωτό κάτω
από τις χρυσαφιές  του ήλιου αντένες
ονειρεύομαι   χιλιάδες     περιστέρια να ξυπνούν
στα σκιερά φαράγγια και τις ρεματιές του κόσμου
αγγελιοφόρους   να  τα στείλω στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
για όλα αυτά  που νιώθω  βαθιά  μέσα μου για σένα…

Βάσω  Μπρατάκη


  ΓΙΑ ΣΕΝΑ

” ο θρυλος της πρασινης νεραιδας”

Published January 17, 2015 by elipep2001

πρασινη νεραιδα

«Μετά το πρώτο ποτήρι βλέπεις τα πράγματα όπως θα ήθελες να είναι. 

Μετά το δεύτερο βλέπεις τα πράγματα όπως δεν είναι. 

Τέλος, τα βλέπεις όπως πραγματικά είναι και αυτό είναι το πιο φρικτό πράγμα στον κόσμο.»

 Όσκαρ Ουάιλντ

To 1840 οι γάλλοι στρατιώτες που επέστρεψαν στην πατρίδα, άρχισαν να αναζητούν με μανία το αψέντι παντού όπου μπορούσαν να πιούν.

 Η εξάρτησή τους αυτή οφειλόταν στο γεγονός ότι τους δινόταν επίσημα ως φάρμακο κατά της ελονοσίας με αποτέλεσμα να το συνηθίσουν και στο τέλος να εθιστούν.

 Έτσι,το αψέντι από απλό φάρμακο μετατράπηκε σε αγαπημένο ποτό μιας ολόκληρης κοινωνίας από αριστοκράτες μέχρι φτωχούς αγωγιάτες.

Read the rest of this entry →

ΜΙΑ ΣΜΥΡΝΙΑ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ

Published November 15, 2014 by elipep2001

Tο 1922 ήμουν 9 χρονών, ζούσαμε στη Σμύρνη, σαν παιδί που ήμουν ζούσα αμέριμνα, τα πολιτικά και τα στρατιωτικά δεν είχανε τότε θέση στη ζωή μου. Mόνο θυμούμαι πολύ καλά πως παίζαμε πόλεμο, κάναμε οχυρά με κουτιά από τσιγάρα και με άδειες κουβαρίστρες.

Eκείνο το καλοκαίρι αρρώστησε ο μεγάλος μου αδερφός και τον πήγαμε εξοχή στο Mπουτζά. Όμως άρχισε σιγά σιγά η αγωνία για το τι συμβαίνει στο μέτωπο, αναγκαστήκαμε να ξανακατέβομε στη Σμύρνη, εμείς τα παιδιά λυπηθήκαμε πολύ που φύγαμε απ’ την εξοχή.

Στη γειτονιά μας στη Σμύρνη, στο Φραγκομαχαλά, κατοικούσανε πολλοί ξένοι υπήκοοι, αυτοί όλοι θυμούμαι υψώσανε σημαίες, καθένας την υπηκοότητά του γι’ ασφάλεια. Mε τον παρδαλό αυτό σημαιοστολισμό κι εμείς οι Pωμιοί πιστεύαμε πως ο δρόμος είχε κάποια ασφάλεια, δε θα κάνουνε λεηλασίες οι Tούρκοι. Mάλιστα οι ξένοι όλοι αυτοί ήτανε φιλότουρκοι. O πατέρας έκοβε καμιά βόλτα έξω να ιδεί τι γίνεται κι έλεγε πως οι Tούρκοι θα ξεσπάσουνε πάλι στους Aρμένηδες. Δε θυμούμαι βέβαια ημερομηνίες αλλά μια μέρα θυμούμαι ακούσαμε πως καίγεται η Aρμενιά, η αρμένικη γειτονιά. Πήγαμε στο δώμα και είδαμε πολύ μαύρο καπνό. Tην ίδια μέρα ο πατέρας έφερε μαζί του στο σπίτι μια κοπέλα, δεν ήτανε άνθρωπος αυτή πια, δεν είχε πνοή απ’ την τρομάρα, ήτανε υπηρέτρια σε αρμένικο σπίτι, γλίτωσε μέσα σ’ ένα υπόγειο, ύστερα δεν είχε πού να πάει, ο πατέρας την ήβρε σ’ ένα κατώφλι ζαρωμένη, πού να ξέρει πως κι εμείς σε μια δυο μέρες θα βγούμε στους δρόμους.

H φωτιά προχωρούσε, κανείς δεν την έσβηνε, βλέπαμε απ’ το δώμα να πλησιάζει. Λοιπόν φοβηθήκαμε να μην αποκλειστούμε κι ετοιμαστήκαμε. Mου φορέσανε πανωφόρι αν και ήταν ζέστη, έκλαιγα, μου δώσανε να βαστώ στο χέρι και δυο κουβέρτες. O ένας μου αδερφός φορτώθηκε μια βαλίτσα καφέ με τ’ ασημικά του σπιτιού, ο πατέρας μου τύλιξε σε πανιά έναν μεγάλο ασημένιο δίσκο. Tελευταία στιγμή θυμήθηκα και τη γάτα μας, την αγαπούσα πολύ, τη φώναζα, τη φώναζα, έψαξα όλες τις κάμαρες μα δεν ήτανε πουθενά κι άφησα την πόρτα προς το δώμα μισοανοιχτή για να βγει αν καεί το σπίτι. Στην κουζίνα είχαμε βάλει το φαΐ για το μεσημέρι. T’ αφήσαμε κι έβραζε, κλειδώσαμε το σπίτι σα να ήτανε να γυρίσομε σε λίγη ώρα.

Όσα θυμούμαι ύστερα είναι μπερδεμένα. Θυμούμαι το πλήθος στην προκυμαία. Όσο προχωρά η φωτιά, τόσο πυκνώνει το πλήθος. Kαθένας φορτωμένος όσα μπορούσε, ό,τι βρέθηκε μπροστά του. Θυμούμαι μια γυναίκα βαστούσε μια στοίβα πιάτα. Mία άλλη φορτώθηκε τη ραπτομηχανή της. Mια γειτόνισσά μας είχε ανοίξει ένα καλάθι, με τη σαστιμάδα της δεν πήρε ούτε ασημικό ούτε άλλο χρήσιμο παρά πέταξε μέσα βούρτσες διάφορες και μπογιές των παπουτσιών. Ύστερα τους έκοβε η κούραση, ό,τι δεν μπορούσανε πια να το σηκώσουνε το πετούσανε χάμω ή στη θάλασσα.

Eμείς ζαρώσαμε σε μιαν άκρια κοντά κοντά στη θάλασσα δίπλα σε μια ζώνη όπου φυλάγανε ναύτες Aμερικάνοι για να βοηθήσουνε τους υπηκόους τους. Mαζί μας είχαμε ψωμί και τυρί, κάτι φάγαμε. Tον μεγάλο μου αδερφό κάναμε θέση και τον ξαπλώσαμε χάμω, μόλις είχε περάσει τον τύφο πολύ βαριά, δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του.

Eντωμεταξύ η φωτιά φτάνει στην προκυμαία, τα χτίρια καίγουνται το ’να μετά το άλλο, άμα διαλυθεί ο μαύρος καπνός φαίνουνται μόνο τοίχοι με τρύπες αντίς πόρτες και παράθυρα. Θυμούμαι καλά πως ένας Aμερικάνος ναύτης πήγε κι έκανε πως χτυπά το κουδούνι της πόρτας σ’ ένα τέτοιο καμένο σπίτι, δεν είχε πέσει η πόρτα του, αστείο τού φάνηκε, λοιπόν αμέσως από τα ερείπια ξετρύπωσε μια γάτα, κάθισε μπρος στην πόρτα και περίμενε ν’ ανοίξει, θα ήτανε του σπιτιού. Έπειτα πήρανε φωτιά τα πετρέλαια σε κάτι αποθήκες, βλέπαμε τους τενεκέδες να τινάζουνται ψηλά και να σκάζουνε στον αέρα, η νύχτα έφεγγε.

Δυο νύχτες είχαμε μείνει σ’ εκείνο το μέρος, έπειτα φύγαμε άμα φύγανε κι οι Aμερικάνοι, πήγαμε προς την Πούντα, καθίσαμε σ’ ένα περιβόλι αλλά ύστερα φύγαμε κι από κει. Σκεφτήκαμε πως ήταν φόβος από κει να μαζέψουν τους άντρες όπως κι έγινε. Προχωρήσαμε ως το σπίτι ενούς ξαδέρφου του πατέρα, η συνοικία δεν είχε καεί και είχαμε μαζευτεί εκεί 40-50 άτομα. Ένας Tούρκος χασάπης άνοιξε το μαγαζί του ένα πρωί και ψουνίσαμε λίγο κρέας για βραστό, το βραστό και το ζουμί ήταν το αγαπημένο φαΐ του πατέρα μου, εμείς τα τρία παιδιά δεν τ’ αγαπούσαμε, όμως θα θυμούμαι πάντα στη ζωή μου πόσο νόστιμο μου φάνηκε εκείνο το φαΐ, ως τώρα τ’ αγαπώ.

Στο σπίτι αυτό μείναμε 2-3 μέρες. Mια μέρα ήρθανε Tούρκοι για έρευνα, θέλανε να πάρουνε ένα νέο παιδί τάχα πως ήτανε Aρμένης, ο πατέρας προσπάθησε να τους πείσει πως δεν ήταν, τέλος φύγανε. Aυτός είχε γίνει πράσινος απ’ το φόβο.

Στο μεταξύ φτάσανε καράβια ναυλωμένα του Eρυθρού Σταυρού, αρχίσανε παίρνανε τον κόσμο. Tα δυο μου αδέρφια ήταν στο μπόι ψηλά και κινδυνεύανε να τους πάρουνε όμηρους. O πατέρας ξεκίνησε μαζί τους ένα πρωί και γύρισε μετά 2-3 ώρες μονάχος, κατάφερε και τους έβαλε σε βαπόρι, αυτούς πρώτους πρώτους. Ήξερε αγγλικά και να που του χρειαστήκανε τώρα, έσωσε τα δυο παιδιά του, παρακαλώντας τους σκοπούς στη δική τους γλώσσα. Mε πολλές δυσκολίες τούς πέρασε.

Tώρα έπρεπε να περάσομε και μεις. Φύγαμε βιαστικά, είπε ο πατέρας «προσοχή να μη χωριστούμε», ανεβήκαμε στη μακριά ξύλινη εξέδρα της Πούντας, φτάσαμε μπρος στο βαπόρι έτσι με το σπρώξιμο, καλά καλά δεν πατούσανε τα πόδια μου καταγής και μπήκαμε. Aμέσως έπρεπε και να κατεβούμε στ’ αμπάρι από σκάλα σκοινένια, κρεμαστή, εγώ φοβήθηκα τότε πάρα πολύ, έτρεμα ολόκληρη, ένας ναύτης τότε με άρπαξε απ’ τις μασχάλες με κρέμασε κάτω, κάποια χέρια με πιάσανε και βρέθηκα μέσα. Eκεί πρώτο πράμα που είδα ήταν ένας κουβάς νερό, με διάφορα σκουπίδια που είχανε πέσει μέσα, όμως βουτούσε όλος ο κόσμος είτε ποτήρια είτε κύπελα, ό,τι να ’τανε, και πίναμε.

Tην άλλη μέρα μάς βγάλανε στη Mυτιλήνη. Έτσι σωθήκαμε. Mα σε λίγον καιρό μάς πεθάνανε οι άντρες, ο πατέρας και οι αδελφοί μου, δεν αντέξανε τα κατοπινά της καταστροφής.

Στη Σμύρνη ξαναπήγα με μιαν εκδρομή πρόπερσι. Πήγαμε από Xίο, Tσεσμέ, μπήκαμε από τα προάστια Γκιόζ-Tεπέ, Kαραντίνα. Ήμαστε όλοι σχεδόν πρόσφυγες, οι μεγαλύτεροι μάλιστα κάνανε το ταξίδι αυτό σαν προσκύνημα. Προσπαθούσα κι εγώ να θυμηθώ τίποτα απ’ τα παλιά. Όπου περάσαμε συναντήσαμε Tουρκοκρητικούς, μιλούσαν και μεταξύ τους ελληνικά με την κρητική προφορά, ούτε οι νέοι δεν τα ξεχάσανε, τα μιλούνε στο σπίτι, όπως και στην Eλλάδα οι τουρκόφωνοι. Kι εκεί των γέρων η νοσταλγία για τις παλιές πατρίδες τους είναι άσβηστη. Mια γριά, μάνα του καφετζή, σ’ ένα καφενείο που καθίσαμε, στις Φώκιες, μου είπε: «Aχ, εγώ την Πρέβεζα θα την ξαναβρώ άραγε στον άλλο κόσμο;»

Στο Nύμφαιο πήγα με μια συνταξιδιώτισσά μας που ήταν από κει και στο σπίτι της κατοικούσε τώρα μια οικογένεια Tούρκοι από τη Bοσνία. «Περάστε, περάστε», μας λέγανε, «ξέρομε κι εμείς από προσφυγιά».

Στο λεωφορείο που μας πήγαινε στα Σώκια, το ραδιόφωνο έπαιζε Στο χορό σε θέλω πεταλούδα… O σοφέρ που ήταν καμιά 40ριά χρονών όλο τέτοια έβαζε κι ο επόπτης επίσης, Tουρκοκρητικός κι αυτός, τέτοια προτιμούσε.

Στα προάστια Γκιόζ-Tεπέ, Kαραντίνα δεν αλλάξανε σχεδόν καθόλου. Mία θεία μου έμενε Kαραντίνα και τα θυμήθηκα όλα εκείνα τα μέρη. Ως το Kονάκι που λέγαμε. Aπό κει και πέρα τίποτα δεν έμεινε. Tα ερείπια έχουν γίνει πάρκο και συνοικίες νέες με σπίτια εύπορα, κήπους, δενδροστοιχίες. Στο χώρο του ξενοδοχείου που ήταν του πατέρα μου, δεν ξέρω κι αν είναι αυτός ο χώρος καλά καλά, είδα ένα πολυώροφο κτίριο. Aδύνατον να γνωρίσεις τίποτα απ’ τις παλιές γειτονιές.

(από το βιβλίο: Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, πρώτος τόμος, Eρμής, 2003)

ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ

Published August 3, 2014 by elipep2001

xaroymenh kyriaki

Μερεύει ο καιρός…

Καλά η ζωή, ακόμα, παλεύεται….

Να δούμε πόσο και πόσοι θ΄αντέξουμε..!

   Είναι κάποιες στιγμές της μέρας που όλοι μας αισθανόμαστε σαν σε πλοίο μπαταρισμένο… ναυαγοί που ξεβράστηκαν σε κάποια ακτή… ίσως και στη γνώριμη για αυτούς ακτή.. Κουρασμένοι, εξουθενωμένοι, ταλαιπωρημενοι, μα γεροί και δυνατοί.. με δύναμη ψυχής που όμως με το βλέμμα της επιβίωσης να έχουμε τη δύναμη να αντικρύζουμε τα αγριολούλουδα, τα όμορφα λουλούδια το πλατύ χαμόγελο της Ανοιξης μιας εποχής που όλοι λίγο πολύ περιμένουμε να έρθει..να μας χαρίσει το γλυκό και πλατύ της χαμόγελο, όπου όλα ζωντανεύουν και όλα αναγεννώνται μαζί με αυτα και μεις.

Με ένα γερό πάτημα στο αφράτο χώμα να κοιτάζουμε μπροστά..

ΜΟΝΟ ΜΠΡΟΣΤΑ…

Ο κόσμος είναι απέραντος σαν μια ατελείωτη θάλασσα και μεις ζούμε μια ζωή μικρή σαν ζωγραφιά σε ένα κάδρο με σκοτεινά αλλά και λαμπερά χρώματα. Ωραία είναι να ονειρεύεσαι και να ταξιδεύεις σε όμορφες θάλασσες και στεριές.. όμως κάποιοι βάζουν φρένο ακόμα και στην ανάγκη μας να ονειρευτούμε έναν όμορφο κόσμο.  Θέλουν τα στόματα κλειστά τις φωνές μας άηχες, ανήλιαγες, κοιμισμένες..!

 Παντού ένα φίμωτρο στην πόρτα.. στις ομάδες, τους συλλόγους, τα κόμματα, τις “παρέες”, σκυφτοί με άδειες σκέψεις και χωρις δημιουργικά όνειρα.. Σκέψου όσα θα πείς… σκέψου, σκέψου… μέρες .. ώρες πολλές, ατέλειωτες.. Μέχρι να περάσει ο πολύτιμος χρόνος της δημιουργίας, της εξέγερσης, της δράσης..  και με τη σκέψη ορφανή να σε προσπερνούν

“Καμηλιέρηδες της πνευματικής ερήμου μας”…!

Επιμένοντας εμείς να σκάβουμε, να  παλεύουμε να φτιάξουμε έστω μια μικρή όαση.. δεν προλαβαίνουμε μας σταματούν με τα άλογα συμφέροντά τους και τους άνομους κανόνες τους..

Αχόρταγα τα κοιλιόδουλα όντα της εποχής μας..!

Μας  ρουφούν σταλιά σταλιά τις τις ιδέες μας, γεμίζοντας χαλικάκια – ακατάληπτες κραυγές – την αναβλύζουσα πηγή μας .. Κέρβεροι ξανά, κατέθεσαν στέφανα στο μνημείο ηρώων αγώνων περασμένων..

Κι η φωνή, μέσα μας, κραυγάζει αίσχος, ντροπή..!

 Κολυμπάει ναυαγισμένη στο πέλαγος των ολίγων, στην απεραντοσύνη της ομορφιάς στη φύση..!

Ευγνωμονείς τον ήλιο σύντροφο το χαμόγελο και τα χάδια του..συνομωτείς μαζί του, αυτός ξέρει…, όταν ανατέλλει .. βλέπει..

Η φωνή που οργώνει μέσα μας, παίρνει λίπασμα απ΄το φως του… 

Και θ΄ακουστεί κάποιο ξημέρωμα…

Είναι ό,τι πολύτιμο ελπίζουμε όλοι. Να δούμε το λαμπερό φώς της αληθινής μας δημιουργικής σκέψης και ζωντάνειας.. Να δούμε την ελευθερία που δεν βολεύεται, δεν συμβιβάζεται, δεν εγκλωβίζεται, πουθενά…!

ΚΑΛΗΜΕΡΑ….

ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ…!

 

“Ο Παγωτατζής”

Published July 31, 2014 by elipep2001

Τα καλοκαίρια στις γειτονιές της Αθήνας η χαρά των μικρών και μεγάλων ήταν τα παγωτά. Θυμάμαι κάθε απόγευμα ο παγωτατζής περνούσε την ίδια πάντα ώρα απο τη γειτονιά μου και φώναζε “ΠΑΓΩΤΑ Η ΕΒΓΑ ΕΒΓΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙΣ ΕΒΓΑ ” και μεις τρέχαμε τους γονείς μας να μας δώσουν χρήματα να προλάβουμε τον παγωτατζή.
Ουρές κάναμε για να πάρουμε ένα ξυλάκι παγωτό ή ένα χωνάκι..
Και μας έκανε τόσο χάζι ο παγωτατζής.. όλο πειράγματα ήτανε..καλόβολος και πάντα γελαστός, ευγενικός και υπομονετικός μας χάριζε τη δροσερή γεύση του παγωτού που εμπορευόταν.
Φεύγοντας μας έδινε υπόσχεση ότι θα περάσει την άλλη μέρα να τον περιμένουμε..
Αναμνήσεις  της πάλαι ποτέ Αθήνας  με  νοσταλγική γεύση μιας εποχής που δεν θα υπάρξει πάλι..

Ο παγωτατζής με το άσπρο καπελάκι και την άσπρη ποδιά του ήταν γραφικός, ευχάριστος, και ο πιο αγαπημένος πλανόδιος μικροπωλητής για τα παιδιά. Με το τρίτροχο ποδήλατο ή το μηχανοκίνητο καροτσάκι έκανε την εμφάνισή του στα συνηθισμένα στέκια και διαλαλούσε το παγωτό του, στα δημοτικά σχολεία, στις εκκλησίες τις Κυριακές και τις γιορτές, στους γάμους και στα πανηγύρια, στις πλατείες, στα παζάρια, στις εκδρομές, στους ποδοσφαιρικούς αγώνες και όπου αλλού σύχναζε πολύς κόσμος. Read the rest of this entry →