Archives

All posts for the month November, 2015

Ενας περίπατος σε άγνωστα συναισθήματα

Published November 26, 2015 by elipep2001

 

Διαβάζοντας ένα site στο διαδίκτυο η προσοχή μου έπεσε σε μια τοποθέτηση στο θέμα των σχέσεων μιας κοπέλας της “ΒΑΣΙΑ”. Μου άρεσε και την αναρτώ και στο δικό μου blog.

Εγραφε:

….”Με αφορμή μία συζήτηση που είχα τις προάλλες, αναρωτιόμουν γιατί πολλές φορές οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν έχουν ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά τους, κάνουν λάθη. Αντί να εκδηλώσουν αυτό που νιώθουν πραγματικά (ή έστω να το αναζητήσουν), δημιουργούν σχέσεις που θα τους οδηγήσουν στο πουθενά, αφήνουν τον άλλον με ψεύτικες ελπίδες, που στο τέλος μόνο άσχημο τέλος μπορούν να φέρουν και στους δύο.
    Η πρώτη απάντηση που μου ήρθε ήταν “για να καλύψουν την μοναξιά τους”. Ο συνομιλητής μου δεν συμφώνησε με αυτό. “Μα όλοι μας, όσο και να μη το παραδεχόμαστε, έχουμε τουλάχιστον κάποιους ανθρώπους να νοιάζονται για μας. Ποτέ δεν είμαστε στα αλήθεια μόνοι”. Η αλήθεια είναι πως, παρόλο που κατακρίνω τέτοιες συμπεριφορές, κατανοώ γιατί γίνονται. Έχω κάνει τέτοια λάθη (και μάλλον κάνω και τώρα). 
    Γιατί όσους φίλους και να έχεις, όσους ανθρώπους γύρω σου που να νοιάζονται για σένα, ή όση αισιοδοξία και να σε διακατέχει, στο τέλος της ημέρας είναι αδύνατο να μη νιώσεις ότι θέλεις περισσότερα. Είναι αδύνατο να μη νιώσεις ότι είσαι μόνος, και δε μπορεί κανένας να σε σώσει απ’τις ίδιες σου τις σκέψεις. 
    Για μένα, αυτό είναι ένα απ’τα χειρότερα συναισθήματα και μία απ’τις μεγαλύτερες μάστιγες στην σημερινή εποχή: το να μην είσαι σίγουρος για τους άλλους, ή ακόμα χειρότερα για τον εαυτό σου. Το να περικλύζεσαι από πολλούς ανθρώπους και πάλι να νιώθεις μόνος.

Πώς μπορώ να εκφράσω το τίποτα?
Με τί λόγια να το εξηγήσω?
Υπάρχουν πολλές λέξεις για να περιγράψεις συναισθήματα.
Πώς περιγράφεις όμως την έλλειψη των συναισθημάτων?
Με τί δύναμη να μιλήσεις για εκείνη τη στιγμή?
Τη στιγμή που θα ακουστεί το αντίο, τί θα κάνεις?
Θα φωνάξεις, θα κλάψεις, θα παρακαλέσεις?  Ή θα αφήσεις τον άλλον θα φύγει, να χαθεί?
Κάποιες φορές είναι καλύτερο να αφήνεις τον άλλον. Όχι για να περιμένεις να ξαναγυρίσει σε σένα, -τί εγωιστικό- Αλλά γιατί θα ξέρεις ότι αλλού θα είναι καλύτερα… Κι ας πέρνει μαζί του τη ψυχή σου, όλο σου το είναι.
-Νιώθεις?   – Όχι δε νιώθω πια. Και αυτά τα δάκρυα στα μάγουλά σου?
-Αναπληρώνουν το κενό μέσα μου.

Η νέα αρχή όμως πλησιάζει.
Όχι άλλες αμφιβολίες, όχι άλλες σκέψεις που πονάνε.

Μέχρι τότε?
Δάκρυα να γεμίζουν το κενό.  Το κενό της απουσίας του…..”

Εχοντας λοιπόν στο νού το σημερινό δημοσίευμα κάποιου αστρολογικού site για τον ωροσκόπο μου, έδεσαν όλες αυτές οι σκέψεις στο μυαλό μου και ειδικά η φράση «σταμάτα να παριστάνεις τον Πυγμαλίωνα».

Αυτη η φράση με οδήγησε σε αυτή την αναζήτηση που με μεγάλη μου χαρά μοιράζομαι μαζί σας φίλοι μου, θεωρώντας ότι θα βοηθήσω και σας να καταλάβετε τα πολύ κρυφα σας συναισθήματα που εμποδίζουν την πραγματοποίηση των επιθυμιών και των προσδοκιών στις σχέσεις σας,  σε αυτές που ήδη έχετε ή σε αυτές που θα θέλατε να έχετε. Η ουσία είναι ότι αν όχι όλοι οι περισσότεροι, κάνουμε πολλά λάθη στις επιλογές μας από αδυναμία κυρίως  να επιλέξουμε αυτό που περιμέναμε ή που θα θέλαμε να έχουμε. Έτσι νομίζοντας ότι βρίσκουμε το κατάλληλο πρόσωπο μπλεκόμαστε στα δίκτυα της  σκοτεινής πλευράς του εαυτού μας αφού δεν έχουμε διεισδύσει  να τον διαλευκάνουμε και να τον φωτίσουμε μένοντας σε αυτά τα ίδια λάθη που χρόνια και χρόνια δεν θέλουμε να αλλάξουμε.

Αναζήτησα λοιπόν τον μύθο του Πυγμαλίωνα που ανέφερε η περιγραφή του αστρολόγου για τον ωροσκόπο μου και που η αλήθεια είναι ότι δεν είχα ακούσει ποτέ.. και αποφάσισα να σας τον γνωρίσω ή αν τον γνωρίζατε (τον μύθο εννοώ) να τον ξαναθυμηθείτε και να αναθεωρήσετε τα μέχρι τώρα συναισθήματα σας ώστε να είναι ένα μικρό μαθηματάκι  για τα επόμενα βήματά σας.

πυγμαλιων

Για όσους δε γνωρίζετε ήδη τον μύθο, επιτρέψτε μου πρώτα να σας τον αφηγηθώ.

«Οι Έλληνες αγαπούσαν τη γλυπτική και γέμιζαν τα σπί­τια, τους δρόμους και τους ναούς τους με αγάλματα. Και στους τάφους ακόμα τοποθετούσαν ανάγλυφες στήλες κι εκεί, πάνω στην πέτρα, οι τεχνίτες παρουσίαζαν καθημερινές σκηνές από τη ζωή των απλών ανθρώπων.

Ένας τέτοιος περίφημος γλύπτης ήταν και ο Πυγμαλίωνας, ο βασι­λιάς της Κύπρου, που μελετούσε προσεχτικά τις κινήσεις των ανθρώπων, τα παλικάρια που έτρεχαν στο στίβο, τα χέρια και τα πόδια τους καθώς δρασκέλιζαν τις αποστάσεις, και συγκέντρωνε στοιχεία για το πώς θα τα “λα­ξεύσει” στο μάρμαρο.

Γι’ αυτό, τα αγάλματα του ήτανε σαν πλάσματα ζωντανά κι όχι ακίνητα κομ­μάτια πέτρας.Όταν ύστερα από αδιάκοπη δουλειά τέλειωνε ένα γλυπτό, καθόταν και του…μιλού­σε. Του μιλούσε με τις ώρες, γιατί ένιωθε την ανάγκη να κουβεντιάζει με κάποιον πολύ δικό του, εκεί σε μια γωνιά, και να του ψιθυρίζει τον πόνο του, να του ανοίγει την ψυχή του.  Τι κι αν ήταν βασιλιάς;  Η δόξα δεν του έδινε χαρά. Ούτε τα δώρα που του χάριζαν τον ικανοποιούσαν. Ούτε το χρυσάφι που σκόρπιζαν στα πόδια του οι δυνατοί της γης, για να σκαλίσει τις προτομές τους στο μάρμαρο και να τους κάνει αθάνατους, του έκανε εντύπωση.Σ’ αυτή τη μοναξιά της ψυχής του, οι μόνοι του σύντροφοι ήταν τα αγάλματα. Αυτά ένιωθε δικούς του, φίλους του. Και μόνο με τη χαρά της δημιουργίας ένιωθε ευτυχισμένος.

Ευτυχισμένος ένιωσε τότε που «έπλασε» την Αφροδίτη, τη θεά της ομορφιάς, την ώρα που αναδύεται μέ­σα από τα νερά, με τη βρεγμένη εσθήτα να κολλά πάνω της και να α­ναδεικνύει, αντί να κρύβει, την ομορφιά του κορμιού της… 

 Η Αφροδίτη του λες κι ήταν έτοιμη να του μιλήσει. Να  του διηγηθεί πώς παρουσιάστηκε μπροστά της η Αμφιτρίτη και της χάρισε ένα τεράστιο κοχύλι. Πώς ξά­πλωσε μέσα του να ξεκουραστεί και ο άνεμος σπρώ­χνοντας την, αγάλι αγάλι, την έφερε στην Πάφο της Κύπρου. .

Μπροστά σ’ αυτό το τόσο ζωντανό έργο του, τη θεά του έρωτα, ο Πυγμαλίωνας ξέσπασε: « Μου λείπει η Αγάπη, Αφροδίτη. Μου λείπει μια γυ­ναίκα, να της αφοσιωθώ, να την αγαπώ πέρα από το χρόνο. Κατάφερα να κάνω ποίηση την τέχνη μου, αλλά μου λείπει η αγάπη, που κάνει ποίηση τη ζωή».

Ένα ανοιξιάτικο δειλινό, γεμάτο μυρωδιές, την ώρα  που ο ήλιος τραβούσε σιγά σιγά προς τη δύση, μια νυ­σταγμένη αναλαμπή του χώθηκε στο εργαστήρι του Πυγμαλίωνα και το γέμισε χρώματα τριανταφυλλένια. Εκείνη τη μέρα του είχαν στείλει ένα κομμάτι μάρ­μαρο από την Πάρο. Μ’ εκείνη τη ρόδινη αναλαμπή ο ά­μορφος όγκος πήρε ένα χρώμα απαλό. Η λεία και κα­θαρή του επιφάνεια θα μπορούσε ν’ αποδώσει θαυμάσια ένα γυναικείο πρόσωπο με ροδαλή επιδερμίδα.

Ο Πυγμαλίωνας άρπαξε τη σμίλη του κι άρχισε να δουλεύει. Με πάθος και πόνο. Ήθελε να σμιλέψει μια γυ­ναίκα γεμάτη χάρη, με γυμνά μπράτσα, μ’ ένα διάφανο  πέπλο διπλωμένο πάνω στους ώμους της, καρφιτσωμένο με πόρπη.

Οι κινήσεις του ήταν ανυπόμονες. Μαρτυρούσαν το μέγε­θος της μοναξιάς του, τη λαχτάρα του να βρεθεί αντιμέτωπος με μια τέτοια θεία γυναίκα, δημιούργημα της τέχνης του. Αφαιρούσε γρήγορα ό,τι νόμιζε περιττό. Το χέρι; του πήγαινε μόνο οδηγημένο από μια θεϊκή δύναμη. .

Οι δυσκολίες που συναντούσε τον προκαλούσαν. Μα είχε την πειθαρχία που χρειαζόταν για να τιθασεύσει το μάρμαρο.  Όταν τέλειωσε το άγαλμα ο Πυγμαλίωνας κάθισε ένα σκαμνί να ξαποστάσει. Το χέρι του έτρεμε. Παράτησε τη σμίλη του. Δεν είχε φάει, δεν είχε πιει, δεν ήξερε καν πόσος χρόνος είχε περάσει. Το κορμί του τον πονούσε, το κεφάλι του στριφογύριζε, η καρδιά του χτυ­πούσε μέσα στο στήθος του σαν σφυρί. .

Ακίνητος, κοίταξε το άγαλμα που είχε φτιάξει. Η γυναίκα που είχε πλάσει ήταν θαρρείς ζωντανή. Θαρρείς πως θα του μίλαγε. Πως θ’ άπλωνε το χέρι τον αγγίξει. Πως, αν πρόβαλε το πόδι της, θ’ άρχιζε να περπατά.  Η φλόγα του λυχναριού τρεμόπαιξε. Του φάνηκε πως το άγαλμα τρεμόπαιξε κι εκείνο τα μάτια του. Ο Πυγμαλίωνας ανοιγόκλεισε δυο τρεις φορές τα δικά του για διαπιστώσει αν ονειρεύεται. Μπροστά του έστεκε μια γυναίκα κάτασπρη σαν το γάλα.

«Γαλάτεια»,  ψιθύρισε.  Το όνομα αυτό του ήρθε αυθόρμητα στα χείλη, και λιποθύμησε. Μ’ ένα σιγανό τρίξιμο η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα η θεά Αφροδίτη. Προχώρησε, πανέμορφη με το χρυσό φως που τη στεφάνωνε, κι απόθεσε στο κεφάλι της Γαλάτειας ένα λουλουδένιο στεφάνι. Το άγαλμα υποκλίθηκε και χαμογέλασε στη θεά..

Ο Πυγμαλίωνας τινάχτηκε τρομαγμένος από το σημείο όπου είχε πέσει. Έτριψε τα μάτια του, έβα­λε τα χέρια στα μαλλιά του σαν για να τα ξεριζώ­σει…. Έχω παραισθήσεις, σκέφθηκε, όπου να’ ναι, αυτή η μοναξιά θα με τρελάνει.

Το άλλο πρωί ο Πυγμαλίωνας κίνησε για τ’ ακρογιάλι, όπου υπήρχε ο βωμός της Αφροδίτης. Ένας δούλος κουβαλούσε ένα δαμάλι να το θυσιάσει στη χάρη της.

Στολισμένος ο βωμός και τα θυμιάματα μπλέκο­νταν με την αρμύρα της 
θάλασσας. Οι ιέρειες πρό­βαλαν στεφανωμένες κρατώντας δυο δοχεία με νε­ρό και κρασί που τοποθέτησαν πάνω σε τρίποδες. Η μία ιέρεια έχυσε το κρασί στο χώμα κι ο  Πυγμαλίωνας πήρε μια χούφτα αλεύρι από ένα χρυσό δίσκο και το έριξε στην πλάτη του ζώου. Ύστερα μ’ ένα μικρό μαχαίρι πρόσφερε το ζώο θυσία στη θεά.

Ο Πυγμαλίωνας πρόσπεσε στο βωμό με ανοι­χτά τα χέρια και προσευχήθηκε στην αφρογέννητη, να του δώσει μια σύντροφο για την έρημη ζωή του. Μια γαλάζια φλογίτσα ξεπετάχτηκε τότε από τη φωτιά που άναψαν οι ιέρειες. Σίγουρα ήταν θε­ϊκό σημάδι.Μετά απ’ αυτό και μετά από την οπτασία που είχε δει το προηγούμενο βράδυ, ο Πυγμαλίωνας ή­τανε πια σίγουρος ότι κάτι διαφορετικό θα έδινε χρώμα στη ζωή του. Ίσως η θεά να είχε εισακούσει τις προσευχές του.

Με βήμα γοργό γύρισε στο εργαστήρι του.  Άνοιξε την πόρτα με μια ελπίδα στην καρδιά. Κοίταξε το άγαλμα. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, κι άλλο ένα, κι άλλο ένα δισταχτικά. Η Γαλάτεια κούνησε το κεφάλι χαμογελαστή. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε από την ανάσα της. Στα μάτια της τρεμόπαιζαν δυο φλογίτσες. Το βλέμμα της καρφώθηκε με τρυφερότητα στο πρό­σωπο του. Άπλωσε τα χέρια της να τον αγκαλιά­σει.

Όχι! Δεν ήταν παιχνίδι της φαντασίας του. Ή­ταν αλήθεια.  Καθώς την πλησίαζε ένιωσε ένα κύμα, σαν άρωμα, να ξεφεύγει από τα μαλλιά και το κορμί της.

«Γαλάτεια»; ψιθύρισε χωρίς ακόμα να πιστε­ύει στο θαύμα..!!

«Ναι»; άκουσε τη φωνή της να του απαντά.

Μια ηλιαχτίδα περίεργη χώθηκε τότε στο εργαστήρι απλώνοντας τριανταφυλλένια χρώματα για να φωτίσει τη δύναμη της αγάπης, μιας αγάπης που δεν την χωρά­ει ο ανθρώπινος νους, τόσο με­γάλης που

να σ’ ανεβάζει στα σύννεφα.

(Βαρελλά Αγγελική,  περιοδικό «Συνεργασία»)

Στο τέλος,κατάφερε να διαμορφώσει την πιο εκλεπτυσμένη φιγούρα που είχε συλλάβει ποτέ η τέχνη.
Τόσο εκπληκτική ήταν η δημιουργία του, που άρχισε να την ερωτεύεται παθιασμένα.
Φιλούσε τα μαρμάρινα χείλη της, άγγιζε τα παγωμένα χέρια της, έντυνε με περίτεχνα ρούχα το άψυχο σώμα της.
Σύντομα όμως η ελπίδα μετατράπηκε σε οδύνη, αφού το άγαλμα δε μπορούσε να ανταποδώσει την αγάπη που ο Πυγμαλίων προσέφερε.
Ξεκίνησε να δημιουργήσει την απόλυτη γυναίκα αλλά στο τέλος κατάφερε να δημιουργήσει την προσωπική του απελπισία.»

Έτσι κάπως συμπεριφερόμαστε όλοι εμείς, σα τον Πυγμαλίων. Πολλές φορές μας ελκύουν στην αρχή άτομα διαφορετικά από μας και κατεφέρνουν εύκολα να διεισδύσουν στο μυαλό μας. Και αυτή η αντίθεση αρχικά μας ευχαριστεί! Μα μόλις αποζητήσουμε τον έλεγχο της σχέσης που δημιουργείται, οι διαφορές γίνονται ατέλειες και προσπαθούμε να μετατρέψουμε τον άλλον σύμφωνα με τις δικές μας προτιμήσεις. Όπως ο Πυγμαλίων, φιλοτεχνούμε τον χαρακτήρα του άλλου έτσι ώστε να μας ταιριάζει. Και όπως ο Πυγμαλίων, αναπόφευκτα αντιδρούμε, αφού οι προσπάθειές μας να τον αλλάξουμε πέφτουν στο κενό. Το σχέδιο αυτό αποτυγχάνει πάντα: ή ο άλλος αντιστέκεται, μετατρέποντας την σχέση σε πεδίο μάχης, ή παραδίνεται, κάνοντας τον άλλον τόσο άψυχο όσο και το άγαλμα. Σε αυτό το παράδοξο παιχνίδι χάνουμε, ακόμα κι αν κερδίσουμε.
Στο τέλος του μύθου, η Αφροδίτη λυπήθηκε τον Πυγμαλίων και έδωσε ζωή στο άγαλμα. Αυτός και η Γαλάτεια (όπως την ονόμασε) παντρεύτηκαν με τις ευχές της θεάς.

Στον πραγματικό κόσμο όμως δε μπορούμε να ελπίσουμε σε θαύματα. Μπορούμε όμως να σεβόμαστε τις διαφορές του άλλου ώστε να βγάλουμε κάτι αληθινά όμορφο.

Εύχομαι σε όλους μας να το πετύχουμε.

(ELISSAVET PEP)

αγαπη

Advertisements

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Published November 15, 2015 by elipep2001

Μια φορά και ένα καιρό ,έτσι δεν ξεκινούν όλα τα παραμύθια…?

Γιατί και η ζωή μας ένα παραμύθι είναι ,άλλο μικρό άλλο μεγάλο ,άλλο με όμορφο και άλλο με αναπάντεχο τέλος .
Ωστόσο όλα έχουν την μοναδικότητα τους.
Όπως και η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι τόσο μοναδική ,όσο η ψυχή του , η καρδιά του και τα όνειρα του.

Γιατί τι νομίζετε τα όνειρα είναι προσχέδια, μιας πραγματικότητας που επιθυμούμε και θέλουμε να βιώσουμε.
Και είναι τόσο ξεχωριστά και μοναδικά για τον καθένα από εμάς γιατί το κάθε ένα από αυτά δείχνει και ένα κομμάτι από την ψυχή μας.

Γι αυτό θα σας δώσω μια συμβουλή, που αν θέλετε την ακούτε… μην σταματήσετε να διαβάζετε και να λέτε παραμύθια και να μην πάψετε ποτέ να πιστεύετε στα όνειρά σας.
Αν το κάνετε θα χάσετε το πιο σημαντικό κομμάτι του εαυτού σας.
Γιατί θα έρθει η στιγμή που το παιδί σας θα σας ζητήσει να πλέξετε με ασημοκλωστή, σκάλα, για να ανέβει στο φεγγάρι ,και εσείς δεν θα μπορέσετε γιατί ενώ όλα τα υλικά θα είναι μπροστά σας ,εσείς δεν θα μπορείτε να τα πιάσετε,γιατί το παραμύθι είναι αυτό που κρατάει ζωντανά τα όνειρα και τις ελπίδες.
Αν η ελπίδα ειναι χαμένη….τότε και η ασημοκλωστή θα ξεφτίσει.
Μην σταματήσετε να ονειρεύεστε…μην αφήσετε την ψυχή σας να πεθάνει…
Ας ξεκινήσει λοιπόν το κοινό μας παραμύθι στον κόσμο των ονείρων….

Ο Ανδρας στο φεγγάρι …(Παραμύθι απο την Αργεντινή)

 Κάποτε ήταν ένα πολύ όμορφο κορίτσι, που το έλεγαν Αμάτα και ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό, περικυκλωμένο από δάση, στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού. Η Αμάτα ήταν ονειροπαρμένη και είχε όλο παράξενες ιδέες. Φανταζόταν πως υπήρχε κάποιος άντρας στο φεγγάρι που της χαμογελούσε από ψηλά κάθε βράδυ.

     “Θέλω να τον παντρευτώ, μαμά”, έλεγε πεισματάρικα. “Είναι ο ομορφότερος άντρας που έχω δει ποτέ”.

     “Δεν υπάρχει κανένας άντρας στο φεγγάρι”, ανταπαντούσε απότομα η μητέρα της. “Καιρός να βάλεις στην άκρη τα παιδιάστικα ονειροπολήματά σου. Πολλά παληκάρια του χωριού, ζήτησαν το χέρι σου. Ξέχνα το φεγγάρι και διάλεξε ένα από αυτά”.

     Όμως, η Αμάτα, αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα από το φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν άλλον. Εκείνο το βράδυ, έβαλε τα υπάρχοντά της σε μια τσάντα και το έσκασε από το χωριό. Θα πήγαινε να βρει τον άντρα των ονείρων της και θα του έλεγε πόσο τον αγαπούσε. Εκείνος όμως, θα της απαντούσε?

     Η Αμάτα περιπλανήθηκε στο δάσος, κρυφοκοιτάζοντας μέσα από τα δέντρα. Το φεγγάρι ήταν τόσο ψηλά στον νυχτερινό ουρανό…πως θα έφτανε τον αγαπημένο της? Προσπάθησε να τον φωνάξει, αλλά η φωνή της πνιγόταν από τους ήχους των πλασμάτων της νύχτας. Προσπαθώντας να τον αγγίξει, σκαρφάλωσε στο ψηλότερο δέντρο του δάσους, σκίζοντας το φουστάνι της στα κοφτερά κλαδιά. Και πάλι όμως το φεγγάρι ήταν πολύ μακρυά.

     Η Αμάτα κατέβηκε από το δέντρο και προσπάθησε να σκεφτεί. Στο τέλος αποφάσισε να σκαρφαλώσει στο βουνό. Θα έφτανε το φεγγάρι από την κορυφή του?

    Ξεκίνησε να ανεβαίνει το μονοπάτι, ακολουθώντας τα πανάρχαια περάσματα που είχαν ανοίξει οι βοσκοί, αφήνοντας πίσω της το φιλόξενο δάσος. Το χιόνι στο βουνό, μελάνιασε τα γυμνά πόδια της και οι αιχμηρές πέτρες, ξέσκισαν τις μικρές πατούσες της, αλλά εκείνη δεν έδινε σημασία. Έφτανε πιο κοντά στον άντρα που αγαπούσε. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Όταν έφτασε στην κορυφή του βουνού, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και φώναξε: “Γειά σου..γειά σου..”

     Και πάλι όμως ο άντρας στο φεγγάρι, ήταν πολύ μακρυά. Βαριά σύννεφα φορτωμένα βροχή, σχημάτισαν μια κουρτίνα ολόγυρά του και εξαφανίστηκε από τα μάτια της. Το καημένο το κορίτσι, πήρε με δυσκολία το δρόμο του γυρισμού, κλαίγοντας με λυγμούς από την απελπισία. Ήταν αποφασισμένη να μην επιστρέψει στο χωριό της. Αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα στο φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν…

     Στο δάσος σταμάτησε για να πλύνει τα κουρασμένα και πληγιασμένα πόδια της σε μια λίμνη. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, το φεγγάρι ήταν εκεί, φανερωμένο πια από τα σύννεφα και επέπλεε στο νερό της λίμνης.  Η Αμάτα, είχε ανεβεί στην κορυφή του βουνού για να τον φτάσει, όμως αυτός ήταν εκεί, μπροστά στα πόδια της. Τι όμορφος που ήταν και πόσο χαρούμενος φαινόταν που την έβλεπε! Άπλωσε το χέρι για να του χαϊδέψει το πρόσωπο και έπεσε με το κεφάλι μέσα στη λίμνη. Το τελευταίο πράγμα που είδε, ήταν το χαμόγελό του…

     Ψηλά, ανάμεσα στ’ αστέρια, ο θεός Τούπα, που παρακολουθούσε όλο αυτό τον καιρό την Αμάτα, δεν άντεξε τόσο πόνο. Ένα τόσο γενναίο κορίτσι, άξιζε καλύτερη μοίρα, ένα πιο ευτυχισμένο τέλος. Ο θεός, ανοιγόκλεισε τα μάτια και η Αμάτα, επέπλευσε και πάλι στην επιφάνεια του νερού, μεταμορφωμένη σ’ ένα πανέμορφο νούφαρο.

     Ακόμη και σήμερα, το νούφαρο και ο άντρας στο φεγγάρι συναντιούνται κάθε βράδυ στη λίμνη και θαυμάζει ο ένας, την αιώνια ομορφιά του άλλου...

φεγγαρι- νουφαρο

ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ

Published November 13, 2015 by elipep2001

“….. Ἤμασταν ὅλοι μαζὶ καὶ ξεδιπλώναμε ἀκούραστα τὶς ὧρες μας. Τραγουδούσαμε σιγὰ γιὰ τὶς μέρες ποὺ θὰ ῾ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα ὁράματα Αὐτὸς τραγουδοῦσε, σωπαίναμε, ἡ φωνή του  ξυπνοῦσε Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦσαν τὴ νιότη μας.  Μερόνυχτα ἔπαιζε τὸ κρυφτὸ μὲ τὸ θάνατο Σὲ κάθε γωνιὰ καὶ σοκάκι
Λαχταροῦσε ξεχνώντας τὸ δικό του κορμὶ νὰ χαρίσει στοὺς ἄλλους μίαν Ἄνοιξη. Ἤμασταν ὅλοι μαζὶ μὰ θαρρεῖς πῶς αὐτὸς ἦταν ὅλοι.

Μιὰ μέρα μᾶς σφύριξε κάποιος στ᾿ ἀφτί: «Πέθανε ὁ Χάρης»«Σκοτώθηκε» ἢ κάτι τέτοιο. Λέξεις ποὺ τὶς ἀκοῦμε κάθε μέρα. Κανεὶς δὲν τὸν εἶδε. Ἦταν σούρουπο. Θά ῾χε σφιγμένα τὰ χέρια ὅπως πάντα Στὰ μάτια του χαράχτηκεν ἄσβηστα ἡ χαρὰ τῆς καινούριας ζωῆς μας. Μὰ ὅλα αὐτὰ ἦταν ἁπλὰ κι ὁ καιρὸς εἶναι λίγος. Κανεὶς δὲν προφταίνει.

…Δὲν εἴμαστε ὅλοι μαζί. Δυὸ τρεῖς ξενιτεύτηκαν Τράβηξεν ὁ ἄλλος μακριὰ μ᾿ ἕνα φέρσιμο ἀόριστο             κι ὁ Χάρης σκοτώθηκε. Φύγανε κι ἄλλοι, μᾶς ἦρθαν καινούριοι, γεμίσαν οἱ δρόμοι Τὸ πλῆθος ξεχύνεται ἀβάσταχτο, ἀνεμίζουνε πάλι σημαῖες Μαστιγώνει ὁ ἀγέρας τὰ λάβαρα. Μὲς στὸ χάος κυματίζουν τραγούδια.

Ἂν μὲς στὶς φωνὲς ποὺ τὰ βράδια τρυποῦνε ἀνελέητα τὰ τείχη Ξεχώρισες μία: Εἶν᾿ ἡ δική του. Ἀνάβει μικρὲς πυρκαγιὲς Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦν τὴν ἀτίθαση νιότη μας. Εἶν᾿ ἡ δική του φωνὴ ποὺ βουίζει στὸ πλῆθος τριγύρω σὰν ἥλιος Π᾿ ἀγκαλιάζει τὸν κόσμο σὰν ἥλιος ποὺ σπαθίζει τὶς πίκρες σὰν ἥλιος Ποὺ μᾶς δείχνει σὰν ἥλιος λαμπρὸς τὶς χρυσὲς πολιτεῖες Ποὺ ξανοίγονται μπρός μας λουσμένες στὴν Ἀλήθεια καὶ στὸ αἴθριο τὸ φῶς……”

Σήμερα καθώς έπινα τον καφέ μου το βλέμμα μου έπεσε σε μια ανάρτηση στο Google μιας κυρίας που έγραψε ένα κείμενο αληθινό και συνάμα πολύ συγκινητικό θυμίζοντας σε όλους μας την αληθινή όψη της ζωής, μιας ζωής που ζήσαμε και ζούμε ο καθένας με τα δικά του βιώματα.

Στο νού μου αμέσως πέρασε ένα ποίημα του Μανόλη αναγνωστάκη και έδεσε με την αληθινή ιστοριούλα της κας που ανέφερα προηγουμένως . το κείμενο αυτό που διάβασα μεάγγιξε με πολύ συγκίνηση και τρυφερότητα και θέλησα να σας το μεταφέρω θαυμάζοντας τη γλαφυρότητα και την αληθινή προσέγγιση αυτης της ανάρτησης.

“…….Θέλω να σας μιλήσω για τον Βασίλη……

Ένα παιδί, που παρά τα 40 και κάτι χρόνια του, δεν μεγαλώνει…., δεν μεγαλώνει στο μυαλό. Η καρδιά και το μυαλό του παραμένουν αθώα και άδολα, όπως μας θυμόμαστε κι εμάς στην ηλικία των 5 ετών, πολύ πριν προλάβουμε να νιώσουμε αυτά τα μικρά ύπουλα κρακ που γίνονται μέσα μας από τα όσα παθαίνουμε μεγαλώνοντας, από αυτά που ονομάζουμε εμπειρίες…….
Όσοι παρακολουθούν τις συναυλίες στο Βεάκειο στον Πειραιά, σίγουρα τον έχουν δει, άλλοι τον έχουν περιγελάσει, άλλοι έχουν συγκινηθεί….
Βλέπετε, ο Βασίλης είναι φαν της μουσικής, κάθε είδους μουσικής, ακούει τα πάντα, τζαζ, έντεχνο, ροκ, λαικό, και την απολαμβάνει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο…… στέκεται σε μια άκρη κάτω από την υπερυψωμένη σκηνή, μία φιγούρα, μόνος αυτός, ορθός, ανάμεσα σ’εμάς, τους καθήμενους και στατικούς θεατές και στο φυσικό σκηνικό που εκτυλίσσεται αργά πίσω του, τότε που ο ήλιος βασιλεύει στη θάλασσα και σκοτεινιάζει σε αργά καρέ….… παραμένει σιωπηλός, κλείνει τα μάτια και ανοίγει τα χέρια, ψηλά, τόσο ψηλά, που νιώθεις ότι αγγίζει το σημείο  του ορίζοντα, εκεί που ο ουρανός ακουμπάει τη θάλασσα, κι είναι σα να βλέπεις ένα πουλί να ανοίγει τις φτερούγες του να πετάξει ψηλά για προορισμούς μελωδικούς και ταξιδιάρικους μέσα στη νύχτα……… κι εκεί σαν περισπούδαστος μαέστρος, κουνάει τα χέρια-φτερά ρυθμικά, πάντα σιωπηλά και πάντα με κλειστά μάτια, καθοδηγώντας τους μουσικούς στην ερμηνεία του κάθε κομματιού…. στο τέλος, ανοίγει και πάλι τα μάτια, κατεβάζει τα χέρια και υποκλίνεται, χαμογελώντας.
Αυτού του σκηνικού υπήρξα μάρτυρας και πάλι φέτος το καλοκαίρι, στη συναυλία του Μάριου Φραγκούλη στο Βεάκειο, όταν ο Μάριος του αφιέρωσε το «Όταν ήμουν παιδί». Κάτι παρόμοιο συνέβη και τις προηγούμενες χρονιές.
Μόνο που φέτος ήμουν έτοιμη να τον «δω» πιο καθαρά.
Τον ζηλεύω λίγο τον Βασίλη…. μην βιαστείτε να με πείτε αχάριστη για όσα γενναιόδωρα μου χαρίστηκαν…. τον ζηλεύω γιατί αυτός κατορθώνει, για όσο διαρκεί ένα μουσικό κομμάτι, να είναι εκεί που εγώ δεν μπορώ να ξαναυπάρξω, στο χρόνο του «όταν ήμουν παιδί». Βλέπετε, εμείς που έχουμε περάσει από θρανία σχολείων και πανεπιστημίων, κι έχουμε εν τω μεταξύ φάει και τις ήττες μας από φίλους ή συντρόφους, εκτός του ότι έχουμε φορτωθεί με γνώσεις, άλλοτε εξυπηρετικές για την καθημερινότητά μας και άλλοτε απολύτως περιττές, έχουμε αποκτήσει και το κακό συνήθειο να διαβάζουμε πίσω από λέξεις και συμπεριφορές και να τις ερμηνεύουμε αναλόγως, με τον κίνδυνο πολλές φορές να παρερμηνεύουμε  και να αδικούμε…….

Ενώ ο Βασίλης και τα γιούχα ακόμη τα δέχεται με χαμόγελο.

(αφιερωμένο στον Φάνη, έναν δικό μου άνθρωπο των παιδικών μου χρόνων, ένα παιδί κι αυτός, στην ηλικία των 56 ετών, που έφυγε φέτος το καλοκαίρι)  …….. “

Fanny Gortsila