Archives

All posts for the month April, 2015

Απο τα “Βουνισια Χαμπερια” του Βασιλη Φανιτσιου – ( Παλιο διδακτικο Ηπειρωτικο παραμυθι για την ξενητεια

Published April 22, 2015 by elipep2001

παραμυθι ηπειρωτικο

 

 

param.hpeir

param.hpeir.2jpg

 

param.hpeir.3jpg

param.hpeir.4jpg

param.hpeir.5jpg

param.hpeir.6jpg

param.hpeir.7jpg

param.hpeir.8jpg

 

τή σαν το κρέας στο χασαπαριό.

Εν’αυτό κι άλλο ένα ότι στα ξένα, η εκμετάλλευση του ενού ανθρώπου απ΄ τον άλλο, δεν έχει όρια.

Αυτα τα δυο έχοντας υπ’όψι του ο άγνωστος συγγραφέας, ένοιωθε πως άμα ξενιτευτεί η ηπειρώτισσα γυναίκα αλλοίμονό της…

Απ΄τη μια μεριά τ’αφεντικά στα ξένα θα κοίταζαν πως να την εκμεταλλευτούν περισσότερο ( όπως γίνεται μ’όλες τις εργάτριεςπου πληρώνονται ολιγώτερο απ’ τους άντρες κι ας κάνουν την ίδια δουλειά) κι απ΄την άλλη οι σωματέμποροι θα την ξεζούμιζαν… χώρια που τα περισσότερα αφεντικά έχουν και τις δυο χάρες.

Ο αγνωστος εδώ συγγραφέας του ηπειρώτικου παραμυθιού πιο μπροστήτερα 50-100 χρόνια με τη φράση αυτη του παραμυθιού του ” κι ζουκόψει του σπίτ’ κι δεν πάταγε κανένας απ’ τ’ βρώμα” αυτό το τέτοιο κατάντημα της ηπειρώτισσας ήθελε να προλάβει και το κατάφερε ως ένα σημείο.

Τα χωριά της Ηπείρου που ξενητεύονται ήρθαν σ’επαφή με τα ξένα απ’εδώ και 400 χρόνια κι απάνω δηλ. 10-20 γενιές τ’ολιγώτερο  που αν δεν λαμβάνονταν τέτοια μέτρα, κατά της ξενητειάς των γυναικών, και ειδικώτερα κατά της αστικής ηθικής, ημείς σήμερα μπορούσαμε νάμαστε παιδιά πουτάνων. Να το τέταρτο νόημα του σοφού μας παραμυθιού.

Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ

(Τα λένε στο Ζαγόρι στην Κόνιτσα, στο πωγών στα καστανοχώρια, και σ’άλλα χωριά που ξενητεβονται μπορεί να το λέν μα δεν τα ξέρω)

ΤΕΛΟΣ

param.hpeir.9jpg

Advertisements

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ: “Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ”

Published April 22, 2015 by elipep2001

Κώστας Κρυστάλλης.

Ο μεγάλος Βλάχος ποιητής, «ο τραγουδιστής του βουνού και της στάνης».

kwstas krystallis

Ο Κώστας Κρυστάλλης γεννήθηκε το 1867 στο Συρράκο της Ηπείρου. Το  Συρράκο ηταν ενα όμορφο βλαχοχώρι στην Πίνδο, σε υψόμετρο 1800 μ. με κατοίκους βλάχους νομάδες κτηνοτρόφους, οπως ολα τα βλαχοχώρια στην Πίνδο, που το καλοκαίρι ανέβαιναν στο χωριό και το χειμώνα κατέβαιναν στα πεδινά των Ιωαννίνων. Αργότερα οι κάτοικοι άρχισαν να ασχολούνται και με το εμπόριο, στο οποίο αρκετοί σημείωσαν εξαιρετικές επιτυχίες. Το όνομα του πατέρα του ηταν Δημήτρης Κρουστάλλης αλλά ο ποιητής το άλλαξε σε Κρυστάλλης οταν ηρθε στην Αθήνα.

Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο χωριό και δέθηκε με την φύση και τον τόπο του τον οποίο αγάπησε υπέρμετρα και εξύμνησε με πάθος στα έργα του. Σε ηλικία 12 ετών πεθαίνει η μητέρα του σε μικρή ηλικία χτυπημένη απο φυματίωση, αρρώστια θανατηφόρα για την εποχή εκείνη, την οποία ¨κληρονόμησαν» ο Κρυστάλλης και ο αδελφός του αφού και οι δύο πέθαναν σε νεαρή ηλικία απο αυτή. Ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε αλλά ο Κρυστάλλης δεν αποδέχτηκε ποτέ την μητριά του και δεν συγχώρεσε γι’αυτό ποτέ τον πατέρα του με τον οποίο δεν έκανε ιδιαίτερα στενή σχέση μέχρι τον θανατό του. Οταν τελείωσε το Δημοτικό σχολείο στο Συρράκο ο πατέρας του τον πήρε στα Γιάννινα, οπου είχε εν τω μεταξύ εγκατασταθεί ασκώντας εμπορικές επιχειρήσεις.

Στα Γιάννινα ο Κρυστάλλης παρακολούθησε την Ζωσιμαία Σχολή απο το 1979 μέχρι το 1885 οπότε και διέκοψε τις σπουδές του επειδή αρρώστησε και ο πατέρας του τον έστειλε στο χωριό οπου το κλίμα ειναι κατάλληλο για την αντιμετώπιση της αρρώστιας. Ο Κρυστάλλης έχει ηδη αρχίσει να επηρεάζεται απο το εθνικό κίνημα της εποχής δεδομένου οτι το Συρράκο ηταν ακόμη Τούρκικο και παρέμεινε οριακά  στην Τουρκία και με την νέα οριοθέτηση των συνόρων μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα. Εχει αρχίσει να γράφει τα πρώτα του ποιήματα σε γλώσσα καθαρεύουσα, ενω συγχρόνως ασχολείται με το την εθνικότητα της Ηπείρου και την Ελληνικότητα των Βλάχων, για τα οποία συλλέγει οσα περισσότερα στοιχεία μπορεί, πολεμώντας την Ρομουνική προπαγάνδα που είναι σε πλήρη εξέλιξη απο κάποιον Μαργαρίτη. Ο Μαργαρίτης με την προπαγάνδα του προσπαθεί να εξεγείρει τους βλάχους της Ελλάδος σε αποδοχή ρομουνικής εθνότητας και καταγωγής. Τις καλοκαιρινές διακοπές του σχολείου τις πέρναγε στο χωριό ασχολούμενος εντατικά και αποκλειστικά με την συλλογή στοιχείων για εθνική παράδοση των βλάχων της Πίνδου, τα οποία και καταγράφει. Το 1886 ολοκληρώνει την πρώτη σημαντική συλλογή ποιημάτων με τίτλο «Αι σκιαί του Αδου» με έντονο το εθνικόαπελευθερωτικο πνεύμα και αναφορές στις συνθήκες της υπόδουλης ζωής στους Τούρκους και για τον λόγο αυτόν αργότερα θα διωχθεί.

Το χωριο του Κώστα Κρυστάλλη Συρράκο της Ηπείρου

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Μιαν Απριλιάτικη βραδιά, μια νύχτ’ αστερωμένη
ψηλά στου Πίνδου τα βουνά μονάχος μου καθόμουν
κι’ εκύτταζα στον ουρανό, κι’ εκρυφοσυλλογιόμουν
Πως ζεί ο δόλιος άνθρωπος, πως ζεί και πως πεθαίνει.

Ο Μαργαρίτης ζητάει απο τον πατέρα του Κρυστάλλη στα Γιάννινα να πάρει τον ποιητή στο Βουκουρέστι για σπουδές, πράγμα που αυτός αρνείται. Και τότε ο Μαργαρίτης καταδίδει τον Κρυστάλλη στους Τούρκους για τα αντιτουρκικά γραφόμενά του. Οι Τούρκοι τον αναζητούν  στο σχολείο και ο Κρυστάλλης με την βοήθεια των συμμαθητών και δασκάλων καταφέρνει να διαφύγει την σύλληψη. Μετά αυτή την εξέλιξη ο πατέρας του φροντίζει αμέσως και ο Κρυστάλλης φυγαδεύεται νύχτα ντυμένος βοσκός περνώντας τα Ελληνοτουρικά σύνορα προς την ελεύθερη Ελλάδα.

Φτάνει στην Αθήνα το Γενάρη του 1889 οπου συναντάει ανυπέρβλητα εμπόδια στην εκπλήρωση των οραμάτων του για μια ζωή που θα του εξασφάλιζε άνετη ασχολία με το αγαπημένο του γράψιμο. Προσπάθησε ματαίως να βρεί κάποια εργασία για την εξοικονόμηση των προς το ζείν, παρ’οτι απευθύνθηκε σε πολλούς γνωστούς. Και ενω τα χρήματα που είχε μαζί του άρχισαν να τελειώνουν, ο συχγωριανός του Σπ. Λάμπρου, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, του βρήκε εργασία σε ενα τυπογραφείο.

Περιττό να σημειωθεί οτι οι συνθήκες εργασίας του τυπογραφείου ειναι οτι χειρότερο για την εύθραυστη υγεία του και την αρρώστια της φυματίωσης που είχε ηδη εκδηλωθεί. Ομως η θέληση και το πείσμα του να καταξιωθεί ως ποιητής τον κάνει να εργάζεται 10-12 ωρες στο τυπογραφείο και τις νύχτες να διαβάζει και να γράφει, επιβαρύνοντας συνεχώς την υγεία του.

Εχει αρχίσει ηδη να εγκαταλείπει την καθαρεύουσα και γράφει στην δημοτική, της οποίας ελάχιστοι ηταν τότε υποστηριχτές. Το 1890 ετοιμάζει την συλλογή του «Αγροτικά» την οποία υποβάλλει στο Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό Ποίησης, με κυριώτερους αντιπάλους τους καταξιωμένους ηδη ποιητές Κ.Παλαμά και  Ι.Πολέμη, οι οποίοι παίρνουν τα δύο βραβεία και ο Κρυστάλλης μόνο εναν έπαινο.  Αυτή ηταν ομως η πρώτη του επιτυχία που τον καθιερώνει ως γνωστό ποιητή και του δίνει την δυνατότητα να ξεφύγει απο την δουλειά του τυπογραφείου και πιάνει δουλειά στο περιοδικό «Εβδομάδα» που εκδίδει ο Δαμβέργης, στο οποίο δημοσιεύει την μελέτη του για τους βλάχους της Πίνδου.

Σε λίγο σταματάει και απο την «εβδομάδα» και πιάνει δουλειά στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Μπάρτ, οπου γράφει άρθρα και θέματα για την Ηπειρο. Τότε του δίνεται και ενας διορισμός στους σιδηροδρόμους Πελοποννήσου με καλύτερη αμοιβή αλλά κουραστική δουλειά. Συνεχίζει ομως να γράφει τις νύχτες. Την περίοδο αυτή ολοκληρώνει και το πιό τέλειο ίσως απο τα έργα του τον «τραγουδιστή του βουνού και της στάνης», το οποίο υποβάλλει πάλι στο Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό.

Ειχε ομως την ατυχία εισηγητής να είναι ο κλασσικομανής και υπέρμαχος της καθαρεύουσας Αγγελος Βλάχος ο οποίος δεν δέχεται την δημοτική γλώσσα του Κρυστάλλη και δίνει το βραβείο στον Στρατήγη για ενα ασήμαντο ποίημα ενω ο Κρυστάλλης μένει πάλι με τον έπαινο. Η απόφαση καταδικάστηκε απο το σύνολο σχεδόν του κόσμου των γραμμάτων ενω ο εκδότης της εφημερίδας «Ακρόπολη» Γαβριηλίδης κατακεραυνώνει σε άρθρο του τον Α.Βλάχο. Η απόφαση όμως του διαγωνισμού αυτού εχει σαν αποτελέσμα την μεγάλη αναγνώριση του ποιητή Κρυστάλλη και του ανοίγει επιτέλους τους ορίζοντες που είχε οραματιστεί απο μικρός. Δυστυχώς όμως ήρθε αργά γιατί η αρρώστεια  εχει ηδη προδιαγράψει καταδικαστικά το μέλλον του.

Εν τω μεταξύ εχει απολυθεί απο τους σιδηροδρόμους αλλά η τύχη του χαμογελά μάλλον ειρωνικά αφού τώρα κερδίζει σε ενα λαχείο αρχαιοτήτων 2500 δραχμές, ποσό σημαντικό για τον ίδιο και την εποχή, αν σκεφθούμε οτι στην πρώτη του δουλειά στο τυπογραφείο είχε ημερομίσθιο μία δραχμή. Η κατάσταση ομως της  υγείας του εχει επιδεινωθεί με αιμοπτύσεις και δεν του επιτρέπει ουτε  να εργαστεί ουτε να γράψει. Οι φίλοι του προσπάθησαν να τον απομακρύνουν απο την Αθήνα αλλά ο ιδιος εχει πλέον αποκτήσει ψυχολογία μελλοθανάτου και ξενυχτάει παίζοντας πρέφα και γράφοντας άρθρα για το λεξικό Μπάρτ.

Η υγεία του χειροτερεύει συνεχώς και πείθεται να φύγει για την Κέρκυρα αλλά και εκεί το κλίμα δεν του κάνει καλό και αποφασίζει να πάει στην αδελφή του που ζούσε στην Αρτα και αφού μείνει λίγο καιρό να επιστρέψει στο χωριό του. Ομως ο θάνατος δεν του επέτρεψε να ξαναδεί το χωριό του και τα αγαπημένα του βουνά και στις 22 Απριλίου 1894, σε ηλικία 27 ετών, αφήνει στην Αρτα την τελευταία του πνοή. Δυστυχώς γι’αυτόν αλλά και για την Ελλάδα, ούτε η Αθήνα, ούτε οι άνθρωποι της διοίκησης αλλά ουτε και οι άνθρωποι των γραμμάτων, προσέφεραν αυτό το ελάχιστο που άνθρωποι σαν τον Κρυστάλλη χρειάζονται για να προσφέρουν τον μεγάλο  διανοητικό, πολιτιστικό και καλλιτεχικό πλούτο του ταλέντου τους στην πατρίδα.

Το σπίτι του Κώστα Κρυστάλλη στο Συρράκο

to spiti toy krystallh

Το άγιο χώμα που πατάς, τα δάση που διαβαίνεις
τα μαύρα μάτια που κοιτάς, τ’αγέρι π’ανασαίνεις
τους ποταμούς, τα κρύα νερά, τα πλάγια τ’ανθισμένα
και τα βουνά μας τα ισκερά χαιρέτα κι΄απο μένα.

XENHTEIA

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ

 Αναθεμά σε, ξενιτιά, με τα φαρμάκια πόχεις!..Θα πάρω έναν ανήφορο να βγω σε κορφοβούνι,
να βρω κλαράκι φουντωτό και ριζιμιό λιθάρι,
να βρω και μια κρυόβρυση, να ξαπλωθώ στον ίσκιο,
να πιω νερό να δροσισθώ να πάρω λίγη ανάσα,
ν’ αρχίσω να συλλογισθώ της ξενιτιάς τα πάθη,
να ειπώ τα μαύρα ντέρτια μου και τα παράπονά μου.
‘Ανοιξε θλιβερή καρδιά και πικραμένο αχείλι,
βγάλε κάνα χαμόγελο και πες κάνα τραγούδι.
Τραγούδια αν εχ’ η μαύρη γη, κι ο τάφος χαμογέλια,
έχει και του παιδιού η καρδιά που περπατεί τα ξένα.
Τα ξένα έχουν καημούς πολλούς και καταφρόνια πλήθος!
Στα ξένα δεν ανθίζουνε την άνοιξη τα δέντρα,
και δεν λαλούνε τα πουλιά, ζεστός δε λάμπει ο ήλιος,
δε φυλλουριάζουν τα βουνά, δεν πρασινίζει ο κάμπος,
και δε δροσίζει το νερό, και το ψωμί πικραίνει!
Στα ξένα, ποιος θα σε χαρεί και ποιος θα σε γελάσει;
Πούν’ της μανούλας τα φιλιά, τα χάδια του πατέρα;
Πούναι τα γέλια τ’ αδερφού κ’ η συντροφιά του φίλου;
Πούν’ της αγάπης οι ματιές και τα γλυκά τα λόγια;
Αν αρρωστήσεις, ποιος θαρθεί στην ξενιτιά σιμά σου,
να σε ρωτά τον πόνο σου, τα γιατρικά να δίνει;
στο έρμο σου προσκέφαλο να ξενυχτάει μαζί σου;
Κι αν έρθει μερ’ αγλύκαντη στα ξένα να πεθάνεις,
ποιος θα βρεθεί στο πλάι σου τα μάτια να σου κλείσει;
Ποιος θα σου λούσει το κορμί, ποιος θα σε σαβανώσει;
Στο λειψανό σου ποιος θαρθεί λουλουδια να σε ράνει;
Και ποιος με πόνο θα ριχτεί στο νεκροκρεββατό σου
για να σε κλάψει; Ποιος θα ειπεί για σένα μοιρολόγι;
Αχ! πως τους θάφτουν, νάξερες, και πως τους παν τους ξένους!..
Χωρίς λιβάνι και κηρί, χωρίς παπά και ψάλτη!
Ανάθεμά σε, ξενιτιά, με τα φαρμάκια πόχεις!..
Πού να τον πω τον πόνο μου, πού να τον απορίξω;
Να τον ειπώ στα τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάτες,
να τον αφήσω στα κλαριά, τον παίρνουν τ’ αγριοπούλια!..
Κι αν κλάψω, τα φαρμακερά τα δάκρια πού να πέσουν;

Αν πέσουνε στη μαύρη γη, χορτάρι δεν φυτρώνει,
αν πέσουνε στον ποταμό, ο ποταμός θα στύψει,
αν πέσουνε στη θάλασσα, πνίγουνται τα καράβια,
κι αν τα βαστάξω στην καρδιά, με καίν’ με φαρμακώνουν!
Ανάθεμά σε ξενιτια, με τα φαρμάκια πόχεις!.
ARGALIOS
Τραγούδι τοῦ ἀργαλειου

Ἡ Ζερβοπούλα ἡ ὄμορφη κι ἀρχοντοδυγατέρα
στὸν ἀργαλιὸ τῆς ὕφαινε κι ἀνάρια ἐτραγουδοῦσε:
– Διασίδι, καλοδιάσιδο, γνεμένο στὸ νυχτέρι,
διασίδι μ᾿, ὄντας σ᾿ ἔγνεθα, τὸν συχνονειρεύομουν,
διασίδι, ὄντας σ᾿ ἐδιάζομουν, ἦρθεν ἀπὸ τὰ ξένα,
διασίδι, ὄντας σ᾿ ἐτύλιγα στὴν ἐκκλησιὰ τὸν εἶδα,
διασίδι, ὄντας σ᾿ ἐκόλναγα, μὄστειλεν ἀρραβῶνα.
Παῖξε ἀργαλιέ μου, βρόντησε, πέτα χρυσὴ σαΐτα,
τρίχτε καημένα χτένια μου, βαστᾶτε τὸν ἠχό μου,
νὰ βγοῦν τὰ ὑφάδια γλήγορα, νὰ ράψω τὰ προικιά μου,
γιατ᾿ ὁ καλός μου βιάζεται, βιάζεται νὰ μὲ πάρει!

 

stauraetos1

ΣΤΑΥΡΑΗΤΟΣ

Ἤθελα νἄμουν σταυραητός, νὰ πέταγα τ᾿ ἀψήλου,
ν᾿ ἀνέβαινα στὴ Λιάκουρα, κατάκορφα στὴ ράχη,
νἄριχνα ἐκεῖθε μία ματιά, ν᾿ ἀγνάντευα τὸν Πίνδο,
νὰ ἰδῶ πῶς μοῦ τὸν ἔκαμαν τὰ χρόνια κ᾿ ἡ σκλαβιά του.
Ποιὸς λέει δὲν κλαῖνε τὰ βουνά; Ποιὸς λέει πὼς δὲν γεράζουν;…
Χιόνια καὶ κρούσταλλα παλιά, γεράματα γιομάτα,
σκεπάζουνε τὸν Πίνδο μου, καὶ καταχνιὲς τὸν πνίγουν·
κι ἀκούγω, ἀκούγω ἀπὸ μακρυά, ἀκούγω ἀπὸ τὰ ξένα
τῆς γερατειᾶς του τὸ σκουσμό, τὸ κλάμμα τῆς σκλαβιᾶς του.
Ἄχ! πότε αὐτὸ τὸ σκούξιμο, τρανὴ κραυγὴ θὰ γίνει,
κραυγὴ ἀνήμερου θεριοῦ, ἐκδίκηση γιομάτη,
νὰ μάσει ἀπὸ τὴν ξενιτιὰ τὰ ἔρμα τὰ παιδιά σου,
τ᾿ ἀστροπελέκια σου ἄρματα, Πίνδε, νὰ μᾶς μοιράσεις,
μία μέρα, ν᾿ ἀναστήσουμε τὴ δόλια μας πατρίδα!…
Ἄχ! πότε ἡ καταχνιά σου αὐτὴ κ᾿ ἡ τόση σου θολούρα,
ποὺ τώρα στὸ ἀτέλειωτο σάβανο σὲ τυλίγει,
πότε νὰ γίνει θὰ τὴν δῶ καπνούρα ἀπὸ ντουφέκια!…
Καὶ πότε αὐτὸς ὁ ἥλιος σου, ποὖναι νεκρὸς καὶ κρύος,
πότε μία μέρα θὲ νὰ βγεῖ ζεστὸς μέσ᾿ στὲς κορφές σου,
νὰ λυώσουνε τὰ κρούσταλλα καὶ τὰ πολλά σου χιόνια,
καὶ φυτρώσουν, μία ἄνοιξη, μαζὶ μὲ τὰ λουλούδια,
ἀρματωμένα, Πίνδε μου, τὰ νιάτα τὰ παλιά σου!…

vlaxa

 

Ἡ νησιωτοπούλα

Νησιωτοπούλα κάθεται σὲ μαρμαρένιον πύργο,
μὲ κέντημα στὰ χέρια της, μ᾿ ἀγάπη στὴν καρδιά της.
Φορὲς-φορὲς τὸ κέντημα κεντοῦσε μὲ τραγούδια,
φορὲς-φορὲς πισώριχνε τὰ ξεπλεγα μαλλιά της.
Κι ἀγνάντευε τὸ πέλαγος π᾿ ἁπλώνετο μπροστά της,
καὶ γκαρδιακὰ ἀναστέναζε κ᾿ ἐχτύπαγε τὰ στήθια,
γιατ᾿ ἀγριεμένο τὄβλεπε, μαῦρο, φουρτουνιασμένο·
κι αὐτὴ εἶχε λόγο, στὸ γιαλὸ νὰ κατεβεῖ τὸ βράδυ,
κι ἀπ᾿ τὸ νησὶ τ᾿ ἀντικρυνό, ποὺ χάνεται στὸ κύμα,
ὁ ἀγαπημένος της νἀρθεῖ, νὰ ποῦν τὸν ἔρωτά τους.
Ὁ ἥλιος ἐβασίλεψε· σκοτάδιασε, νυχτώνει.
Τὸ κέντημά της τ᾿ ὄμορφο ἀπαρατάει ἡ κόρη,
καὶ κατεβαίνει στὸ γιαλὸ καὶ τὸν ἀκαρτεράει.
Μαυρολογᾶνε τὰ βουνά, καὶ σύγνεφα μεγάλα
σκεπάζουνε στὸν οὐρανὸ τ᾿ ἀστέρια πέρα πέρα,
φυσομανάει τὸ πέλαγο, τὰ κύματα βογγοῦνε,
κι ὅταν τὰ νέφια ἀστράφτουνε, δείχνουν κορφὲς ἀφράτες,
καὶ δὲν γροικιέται πουθενὰ τ᾿ ἀγαπημένου ἡ βάρκα.
Κάθεται ἡ νιὰ κι ἀκαρτέρει στ᾿ ἀκρογιαλιοῦ τὰ βράχια.
Τὰ μακρυά της τὰ μαλλιὰ τὰ κυματίζει ὁ ἀγέρας,
καὶ σποῦνε μέσ᾿ στὰ πόδια της τὰ κύματα μὲ βόγγο.
Ὧρες τηράει τὸ πέλαγο, ὧρες τηράει μπροστά της,
νέφια καὶ κύματα μαζὶ συχνορωτάει μὲ πόνο,
ἂν εἶδαν κάπου νάρχεται τ᾿ ἀγαπημένου ἡ βάρκα.
Τὰ σύγνεφα μένουν βουβά, τὰ κύματα βογγοῦνε,
κι ἀναστενάζουνε βαριὰ-βαριὰ τῆς νιᾶς τὰ στήθια.
Φυσομανάει ἡ θάλασσα, τὰ κύματα βογγοῦνε,
κ᾿ ἕνα μὲ τ᾿ ἄλλο σπρώχνονται καὶ σπάνουν στ᾿ ἀκρογιάλι·
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ἡ κόρη τὰ ρωτᾶ, βλέπει ἕνα θεριωμένο
νὰ ψηλωθεῖ, νὰ ψηλωθεῖ, τὰ βράχια νὰ περάσει,
καὶ νὰ τὴν πνίγει στὸν ἀφρό. Τραβιέται ἡ κόρη πίσω,
καὶ κλειώντας τὴν ἀγκάλη της, ποὺ ὁλάνοιχτη βαστοῦσε
τὸν ἀκριβό της νὰ δεχθεῖ, σφίγγει στὰ στήθια ἀπάνου
παραδαρμένο ἕνα κορμί, καὶ ἄψυχο, καὶ κρύο.
Ταχιὰ ἡ φουρτούνα ἡσύχασε, τὰ κύματα μερέψαν,
καὶ οἱ ψαράδες πὤριχναν στὸ πέλαγο τὶς βάρκες,
στ᾿ ἀκρογιαλιοῦ τὰ χώματα καὶ μὲσ᾿ στὰ βράχια βρίσκουν
παραριγμένα δύο κορμιὰ καὶ σφιχταγκαλιασμένα.

marmarwmeno vasilopoylo

Τὸ μαρμαρωμένο βασιλόπουλο

Ἕνα παλάτι ἀδιάβατο κλειστὸ καὶ ρημαγμένο
πανώρῃο βασιλόπουλο βαστάει μαρμαρωμένο.
Δέρν᾿ ἡ θολοῦρα, ἡ χειμωνιὰ τὸ ἔρμο τὸ παλάτι,
κι᾿ οὐδὲ μιλάει τὸ μάρμαρο, οὐδὲ κι᾿ ἀνοίγει μάτι.
Λάμπει ὁ ἥλιος, κελαϊδοῦν τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀηδόνια,
κι᾿ ἐκεῖνο μένει ἀσάλευτο, βουβὸ ἀπὸ τόσα χρόνια.
Κἄποια νεράϊδα τῆς ἐρμιᾶς καὶ μάγισσα ὠργισμένη
τὸ καταράστηκε βαρειὰ καὶ μάρμαρο ἔχει γένει.
Καὶ τὸ παλάτι ἐρήμαξε, τὸ σκέπασαν τὰ δάση
κι᾿ ὡς τώρα πόδι ἀνθρωπινὸ δὲν ἔχει ἐκεῖ περάσει.
Μονάχα ὁ χρόνος, ποὺ περνάει ὁλημερὶς μπροστά του,
ἔγραψε μέσ᾿ στὸ μάρμαρο μαζὶ μὲ τ᾿ ὄνομά του:
«Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη ποὺ ἡ μοῖρα θὰ τῆς δείξῃ
τὸ σιδερόχορτο νὰ βρῇ, τὴν πόρτ᾿ αὐτὴ ν᾿ ἀνοίξῃ,
ν᾿ ἀγκαλιαστῇ τὸ μάρμαρο, σιμά του ν᾿ ἀγρυπνήσῃ
σαράντα δυὸ μερόνυχτα, γλυκὰ νὰ τὸ ξυπνήσῃ».
Εἶνε παλάτι ἐρημικὸ κι᾿ ἀπόκλειστο ἡ καρδιά μου,
μαρμαρωμένον βασιληᾶ βαστάει τὸν ἔρωτά μου.
Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη, ποὺ τὴν καρδιὰ θ᾿ ἀνοίξῃ
καὶ μὲ τὸ κρύο τὸ μάρμαρο τὰ χείλη της θὰ σμίξῃ.

ηλιοβασίλεμα

Ηλιοβασίλεμα 

Το ποίημα που ακολουθεί είναι το πρώτο μέρος τουομότιτλου ποιήματος του Κώστα Κρυστάλλη, το οποίο περιλαμβάνεται στη συλλογή O τραγουδιστής του χωριού και της στάνης (1893). O Κ. Κρυστάλλης, στηριζόμενος στην παράδοση των δημοτικών μας τραγουδιών και χρησιμοποιώντας τη γλώσσα και το ρυθμό τους, τραγουδά την άδολη ομορφιά της ελληνικής υπαίθρου και την αγνότητα των ανθρώπων του αγροτικού μόχθου.

Πίσω από μακρινές κορφές ο ήλιος βασιλεύει,
και τ’ ουρανού τα σύνορα χίλιες βαφές αλλάζουν,
πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ολόχρυσες, γαλάζες,
κι ανάμεσά τους σκάει λαμπρός λαμπρός ο Αποσπερίτης.
Την πύρη του καλοκαιριού την σβηεί γλυκό αγεράκι
που κατεβάζουν τα βουνά, που φέρνουν τ’ ακρογιάλια.
Ανάρια τα κλωνάρια του κουνάει ο γερο-πεύκος,
και πίνει και ρουφάει δροσιά κι αχολογάει και τρίζει,
η βρύση η χορταρόστρωτη δροσίζει τα λουλούδια,
και μ’ αλαφρό μουρμουρητό γλυκά τα νανουρίζει·
θολώνει πέρα η θάλασσα, τα ριζοβούνια ισκιώνουν,
τα ζάλογκα μαυρολογούν, σκύβουν τα φρύδια οι βράχοι,
κι οι κάμποι γύρου οι απλωτοί πράσινο πέλαο μοιάζουν.

Απ’ όξω, από τα οργώματα, γυρνούνε οι ζευγολάτες,
ηλιοκαμένοι, ξέκοποι, βουβοί, αποκαρωμένοι,
με τους ζυγούς, με τα βαριά τ’ αλέτρια φορτωμένοι,
και σαλαγούν από μπροστά τα δυο καματερά τους,
τρανά, στεφανοκέρατα, κοιλάτα, με μακριά τραχηλιά τραχηλάτα,
«Oώ! φωνάζοντας, οώ! Μελισσηνέ, Λαμπίρη»·
κι αργά τα βόδια περπατούν και πού και πού μουγκρίζουν.
Γυρνούνε από τα έργα τους οι λυγερές, γυρνούνε
με τα ζαλίκια αχ τη λογγιά, με τα σκουτιά αχ το πλύμα,
με τες πλατιές των τες ποδιές σφογγίζοντας τον ίδρω·
και σ’ όποιο δέντρο κι αν σταθούν, σ’ όποιο κοντρί ακουμπήσουν,
εις το μουρμούρι του κλαριού, εις τη θωριά του βράχου
γλυκόν γλυκό και πρόσχαρον χαιρετισμό ξανοίγουν:
«Γεια και χαρά στον κόσμο μας, στον όμορφό μας κόσμο!»

“ΑΝΟΙΞΗ”

Published April 2, 2015 by elipep2001

Πόσο μου αρέσει η άνοιξη.. Συνδυάζει όλα τα όμορφα χρώματα της φύσης και λες και τα κεντά πάνω σε πολύχρωμο καμβά με χρυσοκέντητες κλωστές χρησιμοποιώντας πινελιες ολων των αποχρώσεων της ίριδας.. που ζωγραφίζουν λες σε πίνακα, το τέλος του χειμώνα και την αρχή της ζωντάνειας της γης και της ανθρώπινης φύσης..

Κατα τη γνώμη μου η Άνοιξη είναι η εποχή των ποιητών, των ζωγράφων και γενικά των καλλιτεχνών..όπου η έμπνευσή τους κατα ένα μαγικό τρόπο αναζωογονείται και κάνουν θαύματα..

Και οπως γράφει κι ο Οδυσσέας Ελύτης

…” η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι και ο ουρανός…
Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό….
Την άνοιξη αν δεν την βρεις τη φτιάχνεις….!….”

Μαζί με την Καλημέρα μου σε όλους, σας αφιερώνω κι αυτό το βιντεάκι με την υπέροχη εκτέλεση του Σταμάτη Σπανουδάκη .. και τους στιχους του Διοννύση Σολωμού που αντικατοπρίζουν το μεγαλείο της Άνοιξης..

“…Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη, Κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Και πέρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
Κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους, Τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Εξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό σε κύμα. Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο, Ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ’ ως τον πάτο,
Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα, Που ‘χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Αλαφροίσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ‘δες`
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Ούδ’ όσο καν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη μες το φως του… “

Στου έρωτα το πρώτο αχ! καράβι κέντησα
πήρα το δρόμο του Σεβάχ, στον κόσμο αρμένισα,
μαργαριτάρι και λωτός ήσουν στο Μόλυβο,
μια στο βυθό να σε ζητώ και μια στον Όλυμπο.

Στο Ταζ Μαχάλ και στο Ντεπό άγκυρα έριξα
στη γέφυρα των στεναγμών τα δάκρυα μέτρησα,
στην αγκαλιά μιας ξωτικιάς αποκοιμήθηκα,
ήπια νερό της λησμονιάς και σε θυμήθηκα.

Δώσ’ μου το ρίγος το παλιό δίχως καμώματα
κι αν θα `μαι λίγος, θα χαθώ τα ξημερώματα.

Ήρθε μια Άνοιξη μικρή και μαραζιάρικη
και στην εξέδρα την πικρή λόγοι δεκάρικοι,
ξενυχτισμένες διαδρομές που πήγαν άδικα,
για να κλειστούν στα ρετιρέ και στα τρελάδικα.

Κούκος μονός σ’ ένα ταμπλό τον πόνο ξόρκισα
χρόνια πληρώνω και χρωστώ, κι ας λες πως ξόφλησα,
βγάλε τα μαύρα σου γυαλιά να δω τη θάλασσα,
άλλαξα μέτρα και σταθμά, καημό δεν άλλαξα.

Δώσ’ μου το ρίγος το παλιό δίχως καμώματα
κι αν θα `μαι λίγος, θα χαθώ τα ξημερώματα.

Κόκκινο τριαντάφυλλο
Είσαι μεσ’την καρδιά μου
Την νύχτα γίνεσαι πληγή
Που τρώει τα σωθικά μου

Έρχεσαι πάντα πιο νωρίς
Κανείς δε σε γνωρίζει
Άλλον τον κάνεις ν’ αγαπά
Κι άλλον να μη γυρίζει

Και δε σου φτάνουν όλ’ αυτά
Φεύγεις και δε θυμάσαι
Ωραία είσαι άνοιξη
Γιατί δεν μας λυπάσαι

Έρχεσαι λίγο κάθεσαι
Στον κήπο μας κι ανθίζεις
Το αίμα μας επότισε
Κι ανάσταση μυρίζεις

Κι όταν θα φύγεις τίποτα
Δεν θα ΄ναι όπως πρώτα
Άσε για λίγο ανοιχτή
Του ουρανού την πόρτα

Άνοιξη, είσαι του κόσμου γιορτή
Μες τη ζωή μου μια μέρα λαμπρή
Είναι η αγάπη σου κήπος που αφήνομαι
Παίζω, κυλιέμαι σα να μια παιδί!

Πιάσε με, σφίξε με
Στην ποδιά σου μέσα κρύψε με!
Πιάσε με
Στο κορμί σου μέσα χάνομαι, ζαλίζομαι
Σε χορό βυθίζομαι

Πιάσε με, κυνήγησέ με
χάνομαι, ζαλίζομαι
στο φιλί σου εθίζομαι!
Σα σταφύλι τρύγησέ με

Άνοιξη, είσαι του κόσμου γιορτή
Μες τη ζωή μου μια μέρα λαμπρή
Είναι η αγάπη σου κήπος που αφήνομαι
Παίζω, κυλιέμαι σα να μια παιδί!

Άνοιξη, είσαι δροσιά μου κι αυγή
Μες τη ζωή μου χαρά μυστική
Είναι η αγάπη σου δέντρο που κρύβομαι
Ανθίζω, γεννιέμαι ξανά από την αρχή.

Άνοιξη, είσαι δροσιά μου κι αυγή
Μες τη ζωή μου χαρά μυστική
Είναι η αγάπη σου δέντρο που κρύβομαι
Ανθίζω, γεννιέμαι ξανά από την αρχή.

Κάθε Μάρτη, κάθε Απρίλη, κάθε Μάη
το τρενάκι της ψυχής μου ξεκινάει
και στης νιότης με γυρίζει τα λημέρια
στα μεγάλα τα ζεστά μου καλοκαίρια.

Τα γλυκά μου βασανάκια τ’ ανοιξιάτικα
μου ραγίζουν την καρδούλα κυριακάτικα.

Κάθε Μάρτη, κάθε Απρίλη, κάθε Μάη
χελιδόνι η καρδιά μου και πετάει
και θυμάμαι κάτι αγάπες περασμένες
γελαστές και τρυφερές και πονεμένες.

Ήταν άνοιξη και Πάσχα,
τα κρινάκια ανθίζανε,
κι όσοι δε γιορτάζαν μόνοι
ζούσανε κι ελπίζανε.
Πάνω στα στεγνά μου χείλη
τα φιλιά μαραίνονταν,
πέντε μήνες χωρισμένοι
δέκα χρόνια φαίνονταν.

Ανοιξιάτικο αεράκι
απ’ τον κόσμο μ’ έπαιρνε
κι όπως το κομμένο φύλλο
μες στους δρόμους μ’ έσερνε.
Απ’ τα λόγια που μου είπες
ένα “φεύγω” σώθηκε,
μαύρη πίκρα σαν μελάνι
στην ψυχή μου απλώθηκε.

Ήταν άνοιξη και Πάσχα,
τα κρινάκια ανθίζανε,
κι όσοι χάθηκαν στα ξένα
στην καρδιά γυρίζανε.
Κι έτσι πέρασες στη μνήμη
και τραγούδι σ’ έκανα,
είμαι ζωντανός ακόμα
μα για σένα πέθανα.

 

Εδώ θα ρίξω στη θάλασσα
σαν πέτρες τα χρόνια που χάλασα
Εδώ θα μου φέρει το κύμα
ένα γράμμα που θα έχει και ρίμα
και θα λάμπει στο τέλος η υπογραφή:
Κολοκοτρώνης, Μακρυγιάννης, Φιλικοί.

Θα βρεθούμε ξανά
όταν όλα θα έχουν περάσει.
Στην Πατρίδα φιλιά
και κουράγιο να πεις, μην ξεχάσει.
Θα βρεθούμε ξανά
όταν όλοι θα έχουν αλλάξει
Θα βρεθούμε ξανά.

Εδώ αρχαία μου θάλασσα
που ξέρεις τι βάσανα τράβηξα
Εδώ θα μου στείλει τ’ αγέρι
ένα γράμμα απ’ τ’ αόρατα μέρη
ο χαμένος ο λόγος, ο πιο ζεστός:
Σεφέρης, Κάλβος, Εμπειρίκος, Σολωμός.

Άνοιξαν τα δέντρα ού(νου)λα
κι’ οι αμυγδαλιές,
κι’ οι αμυ-κι οι αμυγδαλιές
Αλήθεια είν’ αγάπη μου σ’ αγαπώ
αλήθεια είν’ αγάπη μου σ’ αγαπώ

Άνοιξι κι’ ιγώ μπαχτσέ(νες)μου
που ν’ παρά-ομορφα
που ν’ παρά-που ν’ παρά-ομορφα
Αλήθεια είν’ αγάπη μου σ’ αγαπώ
αλήθεια είν’ αγάπη μου σ’ αγαπώ

ερ Βγήκα να σεργιανί(νι)σω
και να κοιμηθώ
και να κοι-και να κοιμηθώ
Αλήθεια είν’ αγάπη μου σ’ αγαπώ
αλήθεια είν’ αγάπη μου σ’ αγαπώ

Βρίσκω κόρη που κοιμά(να)τι
που ν’ κι μοναχή
που ν’ κι μο-που ν’ κι μοναχή
Αλήθεια είν’ αγάπη μου σ’ αγαπώ
αλήθεια είν’ αγάπη μου σ’ αγαπώ

Ρίχνω μήλο τη βαραί(νε)νει
δεν του δέχιτι
δεν του δε -δεν του δέχιτι
Αλήθεια είν’ αγάπη μου σ’ αγαπώ
αλήθεια ειν’ αγάπη μου σ’ αγαπώ

Ρίχνω μάλαμα κι’ ασή(νι)μι
χαμογέλασε
χαμογέ-χαμογέλασε
Αλήθεια είν’ αγάπη μου σ’ αγαπώ
αλήθεια είν’ αγάπη μου σ’ αγαπώ