ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

Published May 8, 2017 by elipep2001

Κάθε φορά που τον συλλογιέται τρέμει γλυκά, μήπως φανεί. Γεμίζει στάχτες κάθε γραπτό της, φιλιά, που καήκανε εντός της.
Λέξεις δε βρίσκει να του γράψει έχουν σε αιώνες μοναξιάς ταφεί.
Σκέψεις τσαλακωμένες, πεταμένες, στην πυρκαγιά της σιωπής.
Βγαίνουν καράβια τα όνειρά της για τη δική της Αμερική. Ένα να φτάσει, η καρδιά της, κι ο στόλος της ας βυθιστεί..
Θα ήταν όμορφη η ζωή της αν την ένιωθε μια στιγμή. Θα ήταν αρκετό για να υπάρξει σ΄ένα του όνειρο, νύχτας φιλί..!

Και ξημερώνει μέρα άγρια,  βορά στον βόρειο άνεμο..
Με τα μάτια κλαμένα αποχαιρέτησε τον εαυτό της, και συστήθηκε άλλη μια φορά στον καθρέφτη.
Συστήθηκε, όχι για να το πιστέψει.. Μα για να το πιστέψουνε, εκείνοι, που σιωπηλά παρακολουθούσαν, κάθε της κίνηση.
Όμως Γελάστηκαν!
Το είδωλό της, περάσανε για κείνη.
Εκείνη που τον ήξερε, στον ουρανό κοιτούσε, τις νύχτες που άθελά της ονειρευότανε και δραπέτευε,  μήπως κάπου τον συναντούσε..
Θα γνώριζε το φως του . 
Γιατί μόνο αυτό μπορούσε να φωτίσει τις ώρες που σεργιανούσε η μοναξιά της..!

… Εκεί, στην άκρη της ερήμου υπάρχουν κάποια όρια. Κανείς δεν τα ξέρει πριν τα διαβεί, κανείς δεν γνωρίζει πριν τα φτάσει, αν έχει το κουράγιο να τα περάσει ή όχι. Αόρατα σύνορα, που χωρίζουν τον κόσμο στα δυο.
Τον κόσμο σου.
Στον πριν και το μετά, που δεν αντέχει το ένα το άλλο. Και συνήθως, το πριν νικά τις ανατροπές.
Βολική είναι η άμμος, για να σβήνουν τα ίχνη βημάτων που δεν οδήγησαν πουθενά.. κάπως έτσι θα έπρεπε να σβήνουν κι οι μνήμες.
Και δεν είναι κατανοητό, γιατί αυτό δεν συμβαίνει, σε ένα κόσμο πλασμένο από αμνησία…!

“……Σ΄ έχει τάξει η μοίρα στης καρδιάς την αλμύρα, όσα νιώθεις πλημμύρα στων ματιών σου το φως.
Μ΄ ένα πέπλο σιωπής το πρόσωπό σου σκεπάζεις το τσιγάρο πληγή που στα χείλη ανάβεις.
Ραγισμένα καράβια σε καλούνε ξανά,με σχισμένα πανιά σε ταξίδια μεγάλα.
Κι η ψυχή σου σκορπά στους ανέμους, το κύμα, την αγάπη ζητά σε δυο μάτια γαλήνια.
Στό΄χω πει, σ΄αγαπώ, όπου είσαι και γω, θα με βρεις στον βυθό στα πιο μαύρα κοράλλια……”
Στα αστέρια, αγκαλιά σα να φοβάσαι στη γη και κοιτάς στα ψηλά, και ελπίδα γυρεύεις.
(Νικολας Νικολοπουλος)


Η νύχτα γλυκιά με την απουσία του. Γλυκιά, σε αυτά που την κάνουν να θυμάται,
…. μα και σκληρή…
…..Κρύα…..
Τις ώρες εκείνες που μέσα στη θολή της θλίψη, πίστευε πως είναι κάπου εκεί και χαμογελά..
Του μιλά, μα  δεν απαντά.
Και τότε ξυπνάει.. στην πραγματικότητα που δε γράφει το όνομά του.

Μερικές φορές σκέφτεται, πως αν είχε μια δεύτερη ευκαιρία, ίσως έκανε πάλι τα ίδια λάθη.. Ίσως  να περίμενε εκείνον να καταλάβει πιο πολλά από όσα του έδειχνε, να διάβαζε τις σκέψεις της … τις ανάγκες της.
Όμως αυτή έτσι ήταν…
Μπορούσε να αλλάξει μόνο για λίγο, επειδή ο χρόνος ξαναφέρνει στο φως όλες τις κακές μας συνήθειες.
Έπειτα, ούτε εκείνη μπόρεσε  να  διαβάσει εκείνον..  Φορούσε στολή παραλλαγής.. 
Ακόμη και αυτη την μέρα της έκρηξης, την μέρα που εκείνη έχανε κάτω από τα πόδια της ό,τι  σαν τυφλή θεωρούσε δεδομένο.
Εκείνον.. ,,,
… την ζωή της κοντά του.

 

Το έμαθε πια, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όλα πρέπει να κερδίζονται ξανά και ξανά… να χτίζονται διαρκώς καινούργια γεφύρια.
Κι όμως , ακόμη δεν γνώριζε αν μπορούσε να την ωφελήσει αυτή η γνώση. Αν της  έκανε καλό. …
Είχε τη δυνατότητα να προσπαθήσει, μα αληθινά δεν γνώριζε  πόσο .. το χειρότερο, τρύπωσε μέσα της ο φόβος.
….. Η αμφιβολία….
Και αν ακόμα κάποια στιγμή υπήρχε περίπτωση να πραγματοποιηθει η επιθυμία της να τον ξαναδεί  και να αρχίσει ότι έμεινε μισό, το δηλητήριο του φόβου θα μετρίαζε την χαρά της.
Και δεν θα ήταν χαρά, ούτε ο θάνατος που ένοιωσε με την άδικη απόρριψή του ..

Θα ήθελε ακόμα να του πει, πως για τα πιο μεγάλα ταξίδια, φτάνει μια αγκαλιά, μόνο.
Πως, κάθε φορά που γυρνάς την πλάτη, ότι και να σε ανάγκασε, χάνεις ένα κομμάτι από τον καλύτερο εαυτό σου, Και βάζεις υποθήκη την ζωή σου στην μοναξιά…
Πως πάντα δεν φταίει ο ένας.. το φταίξιμο ανήκει και στους δυο.. Μόνο που η ζυγαριά γέρνει σε κάποιον κάπως περισσότερο…
Ίσως να ήτανε αλλιως  αν της φανέρωνε,  πόσο πολύ πάλεψε με τον εαυτό του για αυτη του την απόφαση..  χωρις  να αφήσει να γεννηθεί και να μεγαλώσει ένα ποτάμι υπόγειο, που στο τέλος θα σάρωνε τα πάντα.

“Είν΄η αγάπη σα νερό που τη ζωή ποτίζει γλυκά κυλά στο μάγουλο τον πόνο σα χαρίζει.
Άλλους τους κάνει άγγελους και άλλους τους κολάζει άλλους τους πάει στον ουρανό κι άλλους στη γη τους βάζει…!
Σα θα το βρεις το σ΄αγαπώ, φως των ματιών σου βάλτο σήμαντρο μέσα στην καρδιά στην αγκαλιά σου πάρτο.
Να το προσέχεις σα παιδί να το φιλάς σαν κόρη, σα βασιλιά να το ακούς και σα θεό, να τό΄χεις.
Γιατί Θεού είναι πνοή και στέμμα στη καρδιά σου, μα όταν μείνει ορφανό θα γίνει συμφορά σου….!”
(Νικόλας Νικολόπουλος)

“Σμίξανε μέλλον, παρελθόν και γέννησαν το τώρα.
Και γω που πάντα έψαχνα χώρο για να υπάρξω στην αγκαλιά τους τρύπωσα
θανάτους να ξεχάσω.
Συνάντησα όσα έζησα και όλα όσα ποθούσα,
με ένα φιλί ερωτικό κοντά σου να τα ζούσα!
Ένα φιλί όπου κανείς ποτέ δε θα το πάρει
δε θα υμνήσουν ποιητές, δε θα το δει φεγγάρι.
Γιατί ποτέ δε δόθηκε στο μέλλον μας ταμένο
μα και θαμμένο από καιρό, σε χάρτες ξεχασμένο..”
(Νικόλας Νικολόπουλος)


Η σιωπή, ήρθε σαν επακόλουθο της  πικρης χαράς…
Μιας πικρής ανάμνησης που το σώμα ως πιο σοφό δέχθηκε, μα η ψυχή αρνιότανε πεισματικά να λησμονήσει.
Άραγε τι θα ήταν η ψυχή χωρίς σώμα;
Πως θα μάθαινε να υμνεί τον έρωτα, τον πόνο, πως θα ήταν δυνατό να νιώσει τον πόθο;
Μια Ανάσα βαθιά…
Σκέψεις που ενώ φαντάζουν λαμπερές και υπέροχες καταλήγουν σε μια ουτοπία…
Το μόνο που μένει είναι μια γλυκόπικρη γεύση .. ένα γκρέμισμα ονείρων ένα ταπείνωμα μιας ερωτευμένης ψυχής που γεύεται την παράλογη όψη της ζωής..

Ο νους ονειροβατει και ξυπνά σκέψεις που ο αέρας δυνητικά επαναφέρει στο νού.. Πρέπει να ξεχάσει… 
Οτι φεύγει δεν ξανάρχεται .. κι αν έρθει πάλι… τίποτα δεν θα θυμίζει εκείνο που έφυγε.. Το ήξερε πολύ καλά αυτό..

Η μέρα έρχεται σιγά σιγά.. ο ήλιος αρχίζει να τρεμοπαίζει με τις ακτίνες του δίνοντας ένα μήνυμα ότι σε λίγο θα φωτίζει υπέρλαμπρα τη γη.
Κοιτάζει το νερό της μικρής λίμνης έξω απο το παράθυρό της που παιχνιδίζει με χίλιες αποχρώσεις παίζοντας κυνηγητό με τις ατίθασες ακτίνες του  άρχοντα ήλιου.
Το πρωινό φως , θα σκεπάσει απαλά τα όνειρά της… τις σκέψεις που την ενοχλούν.. Μια καινούρια μέρα ανατέλλει…

Η νύχτα πέρασε, και το πάθος έγινε άσπρο μελαγχολικό καράβι. Ο νους, σιωπηλά έστεκε στην προκυμαία.. περίμενε….
Τα όνειρα που έβλεπε  με τα μάτια ανοιχτά, έγιναν αχνά .. σχεδόν θολά από δάκρυα αγάπης.
Από τα πιο όμορφα δάκρυα της ζωής της…
Νέφη τα μάτια σκοτεινιασμένα, η μέρα κρύφτηκε πίσω από τα σφαλισμένα βλέφαρα.Τι να βαστήξουν δυο μάτια κλειστά σαν είδαν τη θάλασσα, κι ακόμα ταξιδεύουν; Δεν ήτανε το πλοίο δικό της, κι ας το αγάπησε… Ας μέρωσε το τραχύ ξύλο του με της αγάπης τα “θέλω”, η δύναμή της  ήταν μικρότερη από τη δύναμη που έχουν τα κύματα.
Από τον πόθο της ψυχής  να ταξιδέψει πιο πολύ…

Λιμάνι μικρό η αγκαλιά της, δε τον χωράει πια. Τα πανιά ορθάνοιχτα και φουσκωμένα παρά τον “αναποδιάρη” καιρό.
Η καρδιά της δεν  έμαθε ακόμα, πως για τα πιο μεγάλα ταξίδια φτάνει μία αγκαλιά…..
Κι η νύχτα ήταν όλη βάρος δικό της. Δεν ήθελε να τον δει να φεύγει … Μόνος,,, χωρις εκείνη….

“Ξημέρωσε” είπε στις σκέψεις της,…. “φύγετε πιά….” 

Βάστηξε όλα τα άγρια κύματα, έκανε σιωπή στο μουγκρητό τους έκανε σιωπή να ακούει μόνο τους κτύπους της καρδιάς της.
Τίποτε άλλο. ” Είμαι μαζί σου, πάντα..” ήταν τα λόγια που ψέλλισε άθελά της..
Μα το ταξίδι είχε αρχίσει, προτού βάψει το αντίο της κόκκινο, σαν την Ανατολή. Άνοιξε τα μάτια, κι η Ανατολή ήταν μόνο για κείνη…
Η θάλασσα λευτερώθηκε, κι αθόρυβα, όχι καθώς περίμενε, την τράβηξε μέχρι τον μαύρο βυθό της. Της έδωσε την αγκαλιά που εκείνος πια δε μπορούσε….την έπιασε βίαια ο ήλιος από το χέρι, και την έσυρε μαζί του, πάνω από την θάλασσα.
Άφησε πληγές στο χέρι.
Κοιτάζει τις πληγές, μα ο πόνος ξεκινά από της ψυχής το ρίζωμα . Κι είναι όνειρο κακό, να ζει και να μη μπορει να ξυπνήσει. Χωρίς εκείνον, να υπάρχει….

Γρήγορα οι σκέψεις αφήνουν την πραγματικότητα να ανατείλει ..
Η βόλτα του ΠΡΙΝ άρχισε να περπατά με γρήγορα βήματα να προλάβει το ΤΩΡΑ..

Ευτυχώς τα όνειρα της νύχτας τα παίρνει το φώς και τα διαλύει…
Η ζωή καθώς προχωράει διώχνει όλα τα σύννεφα και ανοίγει καινούριους προορισμούς με οδηγό την ελπίδα.. την αισιοδοξία και την ευτυχία…

(Elipep απο το blog μου nostalgikos anemos  “ταξιδια του νου” )

ΚΙ ΑΦΟΥ ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΙΔΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΤΙ ΠΗΓΕ ΛΑΘΟΣ

Published April 29, 2017 by elipep2001


Είναι κάτι πρόσωπα, που ακόμη και τώρα στο άκουσμα του ονόματός τους τρέμεις.

Που τα ψάχνεις στο πλήθος και νομίζεις ότι τάχα μου τα βλέπεις και φουντώνεις με τον ίδιο τρόπο, όπως τότε. Οι παλμοί σου εκτοξεύονται και τα πόδια σου δε σε κρατάνε. Δεν έχει σημασία που ο καιρός πέρασε και ο χρόνος στο πέρασμα του έκλεισε τις πληγές. Εσύ, τα θυμάσαι και φουντώνεις ακόμα. Γιατί κάποια πρόσωπα δεν τα ξεπερνάμε ποτέ και τα κουβαλάμε πάντα μέσα μας.

Οι άνθρωποι αυτοί είναι όσα κάναμε δικά μας, μα ποτέ δεν κατακτήσαμε. Είναι όσα δε συνέβησαν με τον τρόπο που τους άξιζε, με τον τρόπο που δικαιούνταν. Μαζί τους ένιωσες τα πιο ακραία συναισθήματα. Είδες τον εαυτό σου σε μια εκδοχή του, που δε φανταζόσουν ότι υπήρχε. Τους αφέθηκες χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς δισταγμούς. Γιατί τους γούσταρες πολύ. Τους πόθησες παραπάνω απ’ όσο άντεχες. Και το ένιωσαν κι αυτοί μαζί σου. Άλλωστε, αν δεν ήταν αμοιβαίο δε θα μιλούσαμε για έρωτα.

Η χημεία σας εκρηκτική, εσύ στην καλύτερη σου εκδοχή και οι στιγμές που ζήσατε οι πιο πολύτιμες αναμνήσεις. Ένταση που δεν κατάφερες να νιώσεις ξανά, πάθος που δεν ήξερες πως υπάρχει. Ποτέ τίποτα επόμενο δεν μπόρεσε να σ’ ολοκληρώσει με τον ίδιο τρόπο. Όσο κι αν θέλησε. Όσο κι αν προσπάθησε.

Κι αφού όλα ήταν τόσο ιδανικά κι αμοιβαία, τι πήγε λάθος θα μου πεις;

Η ζωή, μάτια μου. Γιατί παρά τα όσα νιώσατε, δεν καταφέρατε ποτέ να είστε μαζί. Δεν μπήκατε ποτέ σε σχέση, δεν ηρεμήσατε. Δεν ησύχασε ούτε ο έρωτάς σας. Άλλες φορές φταίει το timing, άλλες οι διάφορες συνθήκες και κάποιες άλλες απλώς ο ένας τρόμαξε.

Οι μεγαλύτεροι έρωτες δε γίνονται ποτέ σχέσεις. Κάποιοι, μάλιστα, λένε πως δεν ξυπνάνε και στα ίδια κρεβάτια. Μερικές φορές είναι ιστορίες που ντρέπεσαι να πεις, ιστορίες που θέλεις να κρύψεις. Λες και υπάρχει ανήθικος έρωτας. Κάποιες άλλες φορές είναι ό,τι πιο όμορφο έχουμε ζήσει, η δική μας παραφροσύνη, που δεν άντεξε μέσα στην τόση πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι οι άνθρωποι που μας μύησαν στον έρωτα, που μας έμαθαν να αγαπάμε κι ας έφυγαν ύστερα από λίγο. Είναι τα πρόσωπα που μπήκαν κάτω από το δέρμα μας και δεν έφυγαν από μέσα μας παρά την προσπάθεα.

Γι’ αυτό οι έρωτες αυτοί δεν ξεθυμαίνουν και ποτέ, δεν ξεθωριάζουν. Γιατί δεν βρήκαν πουθενά καταφύγιο, γιατί δεν άραξαν σε κανένα λιμάνι, γιατί γεννήθηκαν καταδικασμένοι να πεθάνουν και προκειμένου να σωθούν φώλιασαν μέσα μας.

Τους έρωτες αυτούς δεν τους ξεχνάς εύκολα. Γιατί μαζί τους μεγάλωσες κι έμαθες. Εξαιτίας τους έγινες αυτό που είσαι τώρα. Μπορεί να μη μιλάς πια γι’ αυτούς, να αλλάζεις θέμα όταν η κουβέντα πάει εκεί και να γυρνάς το κεφάλι από την άλλη. Το μούδιασμα, όμως, κι εκείνο το γνώριμο τσίμπημα το νιώθεις ακόμη.

Όσα χείλη κι αν φιλήσεις πάντα τα δικά τους θα ζητάς. Σε όσα κρεβάτια κι αν ξαπλώσεις πάντα στα δικά τους θα εύχεσαι να είχες ξυπνήσει. Κι άθελα σου όσα βήματα κι αν κάνεις μπροστά πάντα θα γυρίζεις πίσω.

Τα πρόσωπα που ερωτευτήκαμε παράφορα και ζήσαμε μαζί τους ένα «παραλίγο μαζί» είναι η μεγαλύτερη κατάρα και η καλύτερη λύτρωση. Είναι τα «αν» που σε στοιχειώνουν ακόμα, είναι το τρίτο ποτό. Είναι τα ξενύχτια, τα τσιγάρα και τα δάκρυα.

Κι αν δεν το έχεις ζήσει, αν δεν το ‘χεις νιώσει δε θα καταλάβεις καν για τι μιλάω, θα σου φανώ υπερβολική και παράλογη. Αλλά εκείνοι που το ένιωσαν ξέρουν.

Γράφει η Ελευθερία Ηλιοπούλου
(πηγη: anapnoes.gr)

Φορτωμενοι ονειρα

Published August 21, 2016 by elipep2001

πεπρωμενο

Τίποτα δεν είναι σταθερό στη ζωή μας.. 
Ενα ποτάμι που κυλάει ήρεμο άλλες φορές άγριο με περιοδικούς ανέμους που τα συμπαρασύρει όλα και άλλοτε γεμίζει κίτρινα  ξερά φύλλα και σπασμένα κλαδιά απο το δένδρο της καρδιάς μας, γεμίζοντας τις όχθες του με άχρηστα αντικείμενα κι άλλοτε πλέει καθάριο με ήρεμους παφλασμούς καθρεπτίζοντας τον ήλιο με τις χρυσες ακτίνες του στα νερά του, χρωματίζοντας με παλ αποχρώσεις το ουράνιο τόξο και το καθαρό μπλέ του ουρανού.

Έτσι ειναι και οι στενοχώριες , τα βάσανα, οι απελπισίες, οι χαρές και οι ευτυχισμένες στιγμές που βαραίνουν ή ευφραίνουν την ψυχή μας.. Τίποτε δεν μένει σταθερό.. όπως έρχονται έτσι φεύγουν .. 
Η διαρκειά τους μπορεί να είναι περισσοτερη απο όσο περιμένουμε αλλά κυλάνε.. όπως το νερό απο το ρυάκι που τρέχει ακαταπαυστο συμπαρασύροντας τα πάντα μέχρι να βρει διέξοδο στο ποτάμι ή στη θαλασσα.
Τα συναισθηματα μας αλλάζουν.. Η κακία διαδέχεται την καλοσύνη, η μιζέρια την ευημερία, η λύπη τη χαρά και πάει λέγοντας και έτσι η κάθε μέρα μας παίρνει άλλο χρώμα, δεν μοιάζει καθόλου με την προηγούμενη.
Τι μένει λοιπόν?? 
Τι αντέχει σε όλη αυτή τη διαδικασία μέσα μας, δίπλα μας???

Η αγάπη.. ΝΑΙ η αγάπη..

Η αγάπη, αυτή που νοιώσαμε για ανθρώπους, που θα αντέξουν στο πέρασμα των εποχών, που έκοψαν ένα λουλούδι απο το δέντρο της καρδιάς τους και μας το προσέφεραν απλόχερα, γενναιόδωρα, ταπεινά..

Αυτή η αγάπη και αυτά τα δώρα δεν χάνονται, δεν παρασύρονται απο το ρεύμα, απλώνουν ρίζες, βαθαίνουν στο χώμα, γίνονται αξεδιάλυτα κομμάτια αυτού που είμαστε, αλλάζουν και εξελίσσονται μαζί μας, χτίζουν ένα ”εμείς”.. 
Ο άνεμος της νύχτας φυσάει πάνω σ’ αυτόν που κάνει όνειρα, σκυφτός .Πάνω σε λέξεις που είναι ο φλύαρος ήχος της ζωής.
Ό,τι άλλο κυλά και φεύγει, άνθρωπος, σχέση, συναίσθημα, είναι μία προσπάθεια για τούτο το όνειρο του ”εμείς”.. Μια προσπάθεια που δεν βρήκε γόνιμο έδαφος, δεν έφτιαξε γερές ρίζες, και παρασύρθηκε απο τα ορμητικά νερά… 
Ίσως άφησε πίσω της μία άδεια, σκαμμένη γη, ένα κενό να μαρτυρά πως κάποτε εκεί υπήρξε ένα ομορφο μικρό λουλούδι.. Αυτή η ανάμνηση όμως, αυτό το κενό, θα γίνει το λίπασμα για ένα νέο λουλούδι, πιο γερό, πιο ανθεκτικό, πιο πλούσιο σε καρπούς… 
Μέχρι να ανθίσει ένα πανέμορφο ”εμείς”..

Κάθε ενας , Φορτωμένος όνειρα, βιώματα και προσευχές, παίρνει το δρόμο, το δρομάκι το παλιό, που πάει προς το γεφύρι…
Κουβαλά στους ωμους του ένα μπόγο βαρυ που απο τις άκρες του ξεχυνονται οι προσδοκιες.
Ο δρόμος που βαδίζει είναι τραχύς, γεμάτος απο αγκάθια και πέτρες.. όμως είναι αποφασισμένος να περάσει στην απέναντι όχθη.
Θέλει να περάσει το γεφύρι να βρεθεί σε άλλους κόσμους εκεί που έχουν στήσει χορό τα όνειρά του και τον περιμένουν να χορέψει στους ξέφρενους ρυθμούς τους..
Εκεί που η φύση έχει υφάνει ένα χαλί χρυσοποίκιλτο, με όνειρα και προσδοκίες σε δρόμους και ορίζοντες  ανθισμενους  με τα πιο σπάνια φυτά και χρώματα της ελπίδας.
Γύρω του παρότι οι δρόμοι είναι δύσβατοι υπάρχουν χρώματα και εικόνες όμορφες.. μοσκοβολιες απο ανθη λεμονιάς, πορτοκαλιάς..,  ακούσματα πουλιών με κελάηδημα αηδονιών και καρδερίνων.. που του χαϊδεύον γλυκά τ’αυτιά και του δινουν ελπίδα και κουραγιο για να συνεχίσει τον δύσκολο δρόμο..
…… ” Αν ο χρόνος μου είναι η σκέψη, 
Ο τόπος μου είναι το νόημα. 
Τα μέσα μου είναι τα φτερά 
Και ασαφής ο σκοπός μου.Αν ο σκοπός είναι ο χρόνος μου,
Η σκέψη μου είναι τα φτερά.
Το νόημα είναι τα μέσα μου
Και ακαθόριστος ο τόπος.

Αν τρέμει το νερό στην πηγή του,
Το κλάμα εκείνου που διψά δεν ακούγεται.
Κάποιος πέταξε και του ‘φερε να πιει,
Για να ‘χει η σκέψη του νόημα…….” ( ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ)

γεφυρα ελπιδας

Απάνω στο γεφύρι που περπατά, ρουφά ξανά την ομορφιά της ζωής αυτη που τον γέννησε και τον έπλασε να είναι αγρίμι και να ορμά να αρπάξει τα θέλω του, τα πάντα που έχει ονειρευτεί για ένα όμορφο αύριο..
Κάποιες σιγμές γυρνώντας το κεφάλι του προς τα πίσω αναζητα τα παλιά του χνάρια ξέρει ομως ότι δεν υπάρχουν πια ο χρόνος ο άνεμος και το ρυάκι απο κάτω του τα έχουν εξαφανίσει και κάποια απομεινάρια που άφησαν είναι πληγές που ακόμα ματώνουν.

Ο μπόγος που έχει στην πλάτη του  ο γεμάτος όνειρα, βιώματα και προσευχές, τον κτυπά διακριτικά απαλά με φιλική διάθεση και του θυμίζει ότι το γεφύρι τελειώνει και σε λίγο θα βρεθεί στην άλλη όχθη. Παρηγοριά??? Υπενθύμιση??? Ριζικό.???
Μια είναι η αλήθεια..

Το καινούριο ξεκίνημα..

Το γοργό βήμα είναι αυτό που θα προλάβει τις σταγόνες της βροχής που πίσω του αργά – αργά θα σβήσουν όλα τα απομεινάρια της λασπωμένης πληγής του.

……. Οπως στο όνειρο που επιμένει  στο απίθανο και διαρκεί το ένα δευτερόλεπτο μετά το άλλο,
Και γίνεται ολοένα πιο απίστευτο —
Σαν να γύρισες αργά το πρόσωπό σου και το φως του ήλιου αγκάλιασε τις αισθήσεις σου.. και φώτισε με τις λαμπερές του ακτίνες τα όνειρά σου, τις προσδοκίες σου……
Ελισάβετ Πεπ.

 

 

Ν Ε Ο Κ Υ Μ Α…. ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

Published May 4, 2016 by elipep2001

αρωμα ψυχής

Το άρωμα της ψυχής είναι η ανάμνηση .. είχε πεί η Γεωργία Σάνδη …
Η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στις αναμνήσεις και στις ελπίδες κατά τα λεγόμενα του Γ.Δροσίνη.
Για μένα όμως η ανάμνηση της λύπης μας γλυκαίνει το παρόν… Αν η ζωή ήταν ένα λουλούδι, οι αναμνήσεις θα ήταν το άρωμά του. 
Μια ωραία ανάμνηση είναι πιο ωραία από την ευτυχία που την προκάλεσε είχε πει ο Μυσσέ..!
Το παρελθόν είναι ένας φάρος και οι αναμνήσεις το φώς του.. Όσο μένει αναμμένος ο φάρος της ψυχής μας τόσο θα φωτίζεται η ζωή μας στα χρόνια που περνούν απο πάνω μας και θα γίνεται σφραγίδα του εσωτερικού μας κόσμου. Και η μουσική των νεανικών μας χρόνων θα μας βοηθά να ξετυλίγουμε το νήμα των όμορφων και δύσκολων εποχών που έχουμε ζήσει.
Κάθε άνθρωπος έχει Α Ν Α Μ Ν Η Σ Ε Ι Σ… Είτε ομορφες είτε άσχημες, είτε χαρούμενες είτε ευτυχισμένες, είτε στενοχωρημένες, είτε εύκολες είτε δύσκολες.. !!!
Η ζωή καθώς προχωράει πάντα αφήνει τα σημάδια της.. Στο χέρι μας είναι να διαλέξουμε ποια θα θυμόμαστε και ποια θα ξεχνάμε για πάντα.
Τα παιδικά μου χρόνια πέρασαν μέσα σε μια μουσική οικογένεια με το τραγούδι τις κιθάρες, μπουζούκι και ακορντεόν καθώς όλοι της οικογένειες απο πατέρα,έως κοντινούς και αγαπημένους θείους είχαν τη μουσική σαν την καλύτερη διασκέδασή τους. Μαζεύονταν και με κέφι έπαιζαν τα παραπάνω όργανα και οι υπολοιποι της παρέας τραγουδούσαν .
Ετσι κι εγώ μεγάλωσα με μουσική παράδοση και αγάπη στο τραγούδι στη μουσική και στο χορό.
Καθώς μεγάλωνα το ρεμπέτικο και παραδοσιακό τραγούδι με οδηγούσε στο ελαφρό τραγούδι και κατόπιν στα νεανικά μου χρονια είχα γίνει λάτρης της μελωδικής παρέας του “νέου κύματος” όπως το ονόμαζαν εκείνη την εποχή. 

“Το νέο κύμα” το πρόλαβα στο τέλος της εποχής του μιας και είχε ξεκινήσει απο τη δεκαετία 60s.
Επηρεάστηκε από το ελαφρύ τραγούδι και αποτελούνταν από λίγα όργανα και συνήθως από μια κιθάρα και από μία φωνή, ήταν τρυφερά και αρκετά συχνά είχαν την μορφή μίας μπαλάντας.

Το νέο κύμα στην πραγματικότητα δεν είχε μόνο την μορφή μιας μπαλάντας και ήρεμης μουσικής. Μπορούσαμε να την εντοπίσουμε και σε άλλες μορφές π.χ.: ροκ, γνήσια λαϊκά και λαϊκότροπα, παραδοσιακά δημοτικά ακόμα και απλά χορευτικά κομμάτια.Συνήθως με τρόπο ποιητικό και συχνά σουρεαλιστικό έπαιζε με τις λέξεις. Φανέρωνε δηλαδή και έβγαζε μία αγάπη προς τα έξω αναλόγως με τους στίχους και για κάθε πάθος.

Σημαντικοί εκπρόσωποι τους είδους αυτού ήταν οι: Γιάννης Σπανός, Λάκης Παππάς, Γιώργος Ζωγράφος, Αρλέτα, Νότης Μαυρίδης, Καίτη Χωματά, Γιάννης Πουλόπουλος, Μιχάλης Βιολάρης, Ρένα Κουμιώτη, Κώστας Χατζής και άλλοι. Από τους βασικούς συνθέτες του “Νέου Κύματος” ήταν και ο Λίνος Κόκοτος, ο Νότης Μαυρούδης, ο Βασίλης Κούμπης, ο Ανδρέας Πρέζας, ο Γίωργος Κριμιζάκης, ο Ηλίας 9 Πηγές: el.wikipedia.org, http://www.musicportal.gr Καραγιάννης και ο Γίαννης Γλέζος, ο Νίκος Μαμαγκάκης, ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ο Χρήστος Λέοντης , ο Μάνος Λοΐζος, ο Δήμος Μούτσης και ο Λουκίανος Κηλαϊδόνης. Ο τρόπος ηχογράφησης του νέου κύματος κυκλοφορούσε από κασέτες ακόμα και από CD.

Οι στίχοι του νέου κύματος συνήθιζαν να πλησιάζουν το ερωτικό, κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. Το νέο κύμα αποτελούνταν συνήθως από μια ομάδα νέων παιδιών, που προσπαθούσαν να εκφραστούν μέσα από τους στίχους ενός κομματιού, ξεκίνησαν χωρίς να έχουν στο μυαλό τους τη δόξα και την καριέρα που τους περίμενε.

Αρκετοί δεν προέρχονταν από τον χώρο της μουσικής αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε να ενωθούν και να συνεργαστούν πολλές φορές. Πολλά άτομα τα οποία πήραν μέρος στο νέο κύμα ήταν ακόμα μαθητές, φοιτητές και άλλοι συμμετείχαν στην σκηνή του θεάτρου. Το νέο κύμα δηλαδή τα όνειρα και ο ενθουσιασμός νέων παιδιών τους συνέδεσε μεταξύ τους και ας μην προέρχονταν από το χώρο της μουσικής. Συνήθως οι στίχοι είχαν ως νόημα μια κατάθεση ψυχής από ανθρώπους με ευαισθησία, παιδεία και ταλέντο, που πολύ λίγο νοιάζονταν για το παιχνίδι της αγοράς και τους κανόνες του μάρκετινγκ.

Η Πλάκα της Αθήνας στις αρχές του ’60 γρήγορα εξελίχθηκε ως η γειτονιά του τραγουδιού. Οι σκηνές είχα ιδιαίτερα χαμηλό φωτισμό, καλλιτεχνική εικονογράφηση στους τοίχους, πάγκοι, σκαμνιά, ένα πιάνο, μια κιθάρα και πάνω απ’ όλα παρεΐστικη διάθεση για τραγούδι. Το νέο κύμα είναι από μια παλιά εποχή και πλέον έχει μείνει απλά μια ανάμνηση. Όμως πολλές φορές κάποιες φωτογραφίες από τα κομμάτια και κάποιες μελωδίες μπορούν ακόμα να κρατήσουν ζωντανό κάποιο μέρος του νέου κύματος και μαζί με αυτό να μας υπενθυμίσουν κάποιες αναμνήσεις από την ζωή μας.

Αρκετά συχνά πολλοί νεώτεροι θα ‘θελαν να ζήσουν την εποχή του νέου κύματος και κάποιοι άλλοι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας απλά νοσταλγούν αυτές τις εποχές. Ας ακούσουμε τα τραγούδια του “νέου κύματος” της δεκαετίας του ’60 και οι μεγαλύτεροι ας θυμηθούν τον κόσμο πως ήταν τότε και οι νεότεροι ας προσπαθήσουν να σκεφτούν και να φανταστούν την ζωή τότε.

 

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα μου κάνει παρέα η μουσική.
Μουσική κάθε είδους .
Aνάλογα την ηλικία,την διάθεση,την στιγμή.
Οι μουσικές του Χατζιδάκι ,του Θεοδωράκη και του Ξαρχάκου χάϊδευαν τ’αυτιά μας και ταξιδεύαμε με τους στίχους του Ρίτσου ,του Ελύτη και του Γκάτσου.

Οι μελωδίες και οι στίχοι των τραγουδιών ,ξεχύνονταν στη γειτονιά πότιζαν την ψυχή μου και ταξίδευα μαζί τους .
Αγάπησα εκείνα τα τραγούδια. Κι ακόμα τα αγαπώ…
Πιάνω συχνά τον εαυτό μου να σιγομουρμουρίζει….
Χάρτινο το φεγγαράκι ….
Kάπου υπάρχει η αγάπη μου…
Είσ’ ένα περιστέρι …
Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου …
Είχα μια θάλασσα στο νου ….
Φέρτε μ’ ένα μαντολίνο …
Αγαπημένες μου φωνές της εποχής της Νάνας Μούσχουρη,της Γιοβάννας και της Τζένης Βάνου.
Φωνές και τραγούδια ερωτικά ,γραμμένα στη μνήμη , ήρθαν ξανά και ξανά και τραγουδήθηκαν σε όμορφες,τρυφερές στιγμές…

Μα αυτό που με σημάδεψε απ’εκείνη την εποχή ,αγαπημένο και χιλιοτραγουδισμένο σ’όμορφες αλλά και δύσκολες στιγμές …
Θάλασσα πλατιά
σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις
θάλασσα βαθιά
μια στιγμή δεν ησυχάζεις
λες κι έχεις καρδιά
τη δικιά μου την μικρούλα την καρδιά..
 

Στα οικογενειακά γλέντια κι όχι μόνο οι δίσκοι των 45 στροφών παίζανε μέχρι να χιλιογρατζουνιστούν κι η βελόνα ν’αρχίσει να χοροπηδά.
Ολες οι νέες κυκλοφορίες πλούτιζαν την δισκοθήκη των γονιών μου.
Από Θεοδωράκη ,Ξαρχάκο Μπιθικώτση μέχρι Καζαντζίδη και Βούλα Πάλλα.
Ηταν η εποχή της μεγάλης μετανάστευσης ,το σπίτι κάθε τόσο γεμάτο από συγγενείς που έρχονταν απ’το χωριό ή την επαρχία στην Αθήνα να φτιάξουν τα χαρτιά τους και να φύγουν για Αυστραλία, Καναδά ,Αμερική.Ολοι φιλοξενούνταν στο σπίτι μας και κάθε βράδυ μια μικρή γιορτή στηνόταν με φτωχικούς μεζέδες,κρασί ,τραγούδια και κλάματα.
Η «Συνεφιασμένη Κυριακή » μπερδευόταν με την «Απονη ζωή» και η «Μαντουμπάλα» με το λυγμό του Καζατζίδη …Μαννούλα θα φύγω μην κλάψεις για μένα….
Καθώς μεγάλωνα είχα ακούσματα και απο τις παρέες των αδελφων μου απο την ξένη μουσική. Χιλιοτραγουδισμένα τραγούδια των Beatles, που σάρωναν εκείνη την εποχή των παιδιών των λουλουδιών και των συναυλιών που σημάδεψαν μια νέα εποχή που ερχότανε με τις καινούριες μόδες του μίνι, της καμπάνας, τη σόουλ μιούζικ και πάει λέγοντας.
Ήμουν μικρή αλλά ήξερα όλα τα τραγούδια

του Elvis ,των Beatles και των Rolling Stones .Τραγούδαγα το «Satisfaction» και το «Let It be» και χόρευα ροκ ,μαμπο , γιανκα και σεικ.

 Τα ακούσματα αυτών των τραγουδιών τα παρακολουθούσα απο το μικρό ραδιοφωνάκι που είχε κατασκευάσει μόνος του ο μεγάλος αδελφός μου.

 του Elvis ,των Beatles και των Rolling Stones .Τραγούδαγα το «Satisfaction» και το «Let It be» και χόρευα ροκ ,μαμπο ,γιανκα και σεικ.
Μάλιστα ένα τραγούδι που με νοσταλγία σιγοτραγουδάω ακόμα είναι το «Yesterday»
Yesterday, all my troubles seemed so far away!
Now it looks as though they’re here to stay,
Oh, I believe in yesterday
Suddenly, I’m not half the man I used to be!
There’s a shadow hanging over me,
Oh, yesterday came suddenly.

Αλλά είχα και άλλη πηγή εκμάθησης τραγουδιών. Ήταν ο ερασιτεχνικός σταθμός του αδελφού μου που κάναμε εκπομπές και ήμουν η εκφωνήτρια επειδή είχα ωραία άρθρωση και αγάπη στην επικοινωνία.
Για τον χορό δεν το συζητώ.. ήταν έμφυτο.. κληροδότημα… όλης της οικογένειας.
Στα πάρτυ των αδελφών μου, αλλά και στα πάρτυ των φίλων τους ήμουν πρώτη και καλύτερη, (μιας και οι γονείς μου επέβαλλαν στα αδέλφια μου να με παίρνουν μαζί τους), φόραγα φουστανάκια με βολάν κι ασπρα σοσόνια. Θυμάμαι τους χαμηλούς φωτισμούς και το vermout, brandy.. και χορό μεχρι πρωίας, ζωντανές αναμνήσεις για όλους όσους τα έχουν ζήσει.
Χόρευα μαζί τους ,δοκίμαζα κρυφά βερμουτ στα ψιλόλιγνα ποτήρια ,τσάκιζα τα κρακεράκια και τους ξηρούς καρπούς κι ήξερα όλα τα μυστικά των «μεγάλων » κοριτσιών, μιας και μίλαγαν ελεύθερα μπροστά στη «μικρή». Εζησα δηλαδή ,όλα αυτά που πολύ αργότερα τόσο όμορφα μας θύμισε η Αλκηστις στο τραγούδι της «Τα πιο ωραια λαικα».

Εκείνη την εποχή εμφανίστηκαν και Ελληνικά συγκροτήματα με ανθρώπους πουν λάτρευαν την μουσική και ήταν όλοι νεαροι και νεαρές μαθητές και φοιτητές. Οι Ολύμπιανς , Charms, Idols, Poll..

Κι ήρθε το «νέο κύμα» κι η εποχή των μπουατ.
Σε μπουατ δεν πήγα ,λόγω ηλικίας, μα κάτι τα μεγαλύτερα αδέλφια μου, κάτι η τηλεόραση που στο μεταξύ εισέβαλλε στο σπίτι με κράτησαν ενήμερη και για τις μουσικές τάσεις της εποχής.
Απ’τους αγαπημενους ερμηνευτες της εποχής η Αρλέτα , ο Γιαννης Πουλόπουλος , η Πόπη Αστεριάδη , ο Γ.Ζωγράφος κι η Καίτη Χωματά.
Αμετρητα τα τραγούδια που αγάπησα ,μα πολλές φορές ακόμα σιγομουρμουρίζω
Νύχτα βροχερή άδειο το χέρι
ψάχνει να σε βρει μα δεν το ξέρειπού θα σε βρει
Μια φορά θυμάμαι μ’ αγαπούσες τώρα βροχή
μια φορά θυμάμαι μου μιλούσες τώρα σιωπή.

Ο Γιάννης Πουλόπουλος ήταν αυτός που λάτρεψα πιο πολύ. Ίσως γιατί ήταν πιο κοντά στα χρόνια της εφηβείας μου.
Οι στίχοι και οι μουσικές των τραγουδιών του ήταν για την εφηβική μου ηλικία ένα απαλό χάδι στην ψυχή μου. 
Πάντα αισθηματίας εγώ.. πάντα μελαγχολική η εποχή της εφηβείας μας τα τραγούδια του ήταν μια κατάθεση ψυχής. Θυμάμαι στο δωμάτιο μου είχα μια μεγάλη αφίσα πάνω απο το προσκέφαλο του κρεβατιού μου και απο τον απέναντι τοίχο μια μεγάλη αφίσα της Rom;inas Power και  του Albano.
O adamo ήταν ο τροβαδούρος των μυστικών μου ερώτων και συναισθηματικών σκέψεων.

Αρχές δεκαετίας του 70 η χούντα καλά κρατεί ,το πικαπ κάηκε πιά από την πολύ χρήση και μεις αποχαυνώμαστε μπροστα στο θαύμα της τηλεόρασης με τις μουσικές εκπομπές του Μαστοράκη ,το φεστιβαλ του Σαν Ρέμο και της Θεσ/νίκης.
Εκείνη την εποχή ακούω φανατικά από τον Αdamo τα Amour perdu & Εnsemble
κι απ’τον Αl Bano τα Io Di Notte & ma perque..
Η ελληνική ποπ ανθίζει μαζί με την εφηβεία μου ,μαζεύω πόστερ από το «Φαντάζιο»
κι ακούω Βίκυ –Μαρίνα- Δάκη και Πασχάλη
Αναμνήσεις μένουν οι ωραίες στιγμές
τα φιλιά οι όρκοι κι οι χαρές
ο καιρός κυλάει κι η αγάπες περνούν
κι οι καρδιές μας όλα τα ξεχνούν
Κάποια μέρα φτάνει ένα γκρίζο πρωί
που δεν σου γελά πια η ζωή
και για συντροφιά έχεις τη μοναξιά
κι αναμνήσεις μέσα στην καρδιά
H χούντα μας απαγορεύει τραγούδια του μίκη θεοδωράκη , καμπάνες παντελόνια, φούστες μίνι και μας προσγειώνει σε μια απότομη δύσκολη πραγματικότητα .. τότε είναι που γνωρίζω καλύτερα την ελληνική ροκ.
Λατρεμένοι της εποχής οι Poll , οι Socrates drank the conium οι Peloma Bokiou και οι
Nostradamos.
Είναι η ώρα που αγοράζω και τον πρώτο μου δίσκο . 

Είναι των Poll με τίτλο «Aνθρωπε».
Παίζει από το πρωί ως το βράδυ ,τον φυλάω όμως σαν τα μάτια μου
και μένει πια στο πατρικό μαζί με τ’αλλα κειμήλια της εφηβείας μου.
Αν θες τραγούδια όμορφα ν’ ακούσεις, ήλιε μου
την καρδιά μου ν’ ανοίξεις
Αν θες λουλούδι γύρω σου ν’ ανθίσει,
το θυμό άσ’ τον όλο να σβήσει
Άνθρωπε αγάπα, τη φωτιά σταμάτα
και τη δύναμή σου δώσ’ την στο φιλί σου.

“ΤΑ ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ ΜΟΥ ΤΑ ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΟΥ”

Published February 7, 2016 by elipep2001

 

 

 

σφουγγαρακης

Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου     

Είναι η φράση της οποίας την προέλευση θα εξερευνήσουμε σήμερα. Φράση χιλιοειπωμένη από τα χείλη πολλών και ιδιαίτερα δημοφιλούς ειδικά τώρα, μια και οι τρέχουσες συγκυρίες οδηγούν τους πολίτες απανταχού στον πλανήτη να υιοθετούν μια κατά κάποιο τρόπο ηττοπαθή στάση απέναντι στα κοινωνικά δρώμενα. Έρχεται κάποια στιγμή που οι προσδοκίες κάθε συνειδητοποιημένου πολίτη συναντιούνται πρόσωπο με πρόσωπο με την επανάληψη των κακώς δρώμενων και την αδυναμία διόρθωσης, αλλαγής ή κατάργησης ολοκληρωτικής κάθε κακώς κείμενης κατάστασης.

Και όταν πια βρισκόμαστε μπροστά στη διάψευση των ελπίδων μας ότι η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί, όταν βλέπουμε πως το μόνο σίγουρο είναι ότι οι υποσχέσεις που εκφράζονται από πλευράς αυτών που ορίσαμε ως αρμόδιους ‘ηγέτες’ μας στην κοινή πορεία προς την πρόοδο και εξυγίανσή μας, μένουν μόνο θεωρία επαναλαμβανόμενη χωρίς καμία πραγμάτωση, μένουμε πληγωμένοι, απαθείς και μονολογώντας ψιθυρίζουμε «Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου».

Ποιος ήταν όμως αυτός ο Παντελής που κάποτε σκόρπιζε και ο ίδιος υποσχέσεις στους κουρασμένους και αγανακτισμένους από την απραξία και παντελή έλλειψη προόδου και αλλαγής που χαρακτήριζε την κοινωνία τους, πολίτες;

Κρητική η προέλευση της φράσης. Βρισκόμαστε εν έτει 1204, χρονολογία στην οποία πραγματοποιήθηκε η κατάκτηση της Κρήτης από τους Ενετούς. Αγανακτισμένοι και απελπισμένοι οι κάτοικοι δεν παραδίδονται στην απελπισία τους μα αγωνίζονται για σύσταση οργανωμένης αντίστασης και οργάνωση των σταδιακών βημάτων τους που απαιτούνται προκειμένου να επιτύχουν την αποτίναξη του ξένου ζυγού.

Μεταξύ αυτών και ο Παντελής Αστραπογιαννάκης, πιο τολμηρός και αποφασισμένος, ο οποίος προχωρά σε πιο αποφασιστική ενέργεια. Παίρνει τα βουνά μαζί με κάποιους άλλους τολμηρούς συμπατριώτες του. Από εκεί κατέβαιναν τις νύχτες και χτυπούσαν τους κατακτητές μέσα στα κάστρα τους. Για να δίνει κουράγιο στους νησιώτες, τούς υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν γρήγορα την Κρήτη, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να έχει η ομάδα του τη δύναμη οργάνωσης αλλά και την υποδομή να προχωρήσει σε μία τέτοια μεγάλης μορφής αντίσταση. Παρά ταύτα ο Παντελής κινητοποιημένος από ένα παρορμητισμό αλλά και από την εγγενή, κάθε ανθρώπου, επιθυμία δημιουργίας ελπίδων που θα μπορούσαν να αυξήσουν το θαυμασμό στο πρόσωπό του, συνέχιζε να φυτεύει στις ψυχές των συμπολιτών του την ψευδεπίγραφη ελπίδα της μόνιμης απελευθέρωσής τους.

Με το σήμερα, όμως, και με το αύριο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του νησιού αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε. Οι Κρητικοί άρχισαν ν’ απελπίζονται. Μα ο Αστραπογιαννάκης δεν έχανε το θάρρος του, εξακολουθούσε να τους δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση. Οι συμπατριώτες του, όμως, δεν τα πίστευαν πια. Όταν, λοιπόν, το ασύγκριτο εκείνο παλικάρι πήγαινε να τους μιλήσει, όλοι έλεγαν: «Ξέρουμε τι θα πεις. Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μoυ!».

Η ιστορία είναι μια σειρά επαναλαμβανόμενων ομόκεντρων κύκλων. Πάντα υπάρχει η ώρα η κρίσιμη για κάθε λαό κατά την οποία καλείται να λάβει μέτρα αντιμετώπισης των δυσχερειών που αντιμετωπίζει. Μόνο που σήμερα πια η οποιαδήποτε δυσχέρεια, ανωμαλία και δυσκολία δεν αφορά ποτέ έναν μόνο λαό. Σήμερα είμαστε μάρτυρες της γνώσης ότι οποιαδήποτε αλλαγή επηρρεάζει και την πιο απόμαρκη έστω και ερημική γωνιά του πλανήτη.

Για αυτό το λόγο ειδικά σήμερα ο κάθε ‘Παντελής’ που παίρνει δικαιωματικά ή μη το ρόλο του υπευθύνου οργάνωσης των μέτρων που πρέπει να ληφθούν και να τηρηθούν απαρέγκλιτα από όλους αν όντως θέλουμε να προσπαθήσουμε για το αναφαίρετο δικαίωμά μας σε μια ποιότητα ζωής, καλό θα ταν να θυμάται πως μία κενή υπόσχεση δεν προκαλεί απλώς την αδιαφορία του κόσμου αλλά ακόμα χειρότερα την σιωπηλά συμφωνημένη πορεία προς την καταστροφή του.

Και όσο για μας τους πολίτες που μένουμε θεατές των λεγομένων και πεπραγμένων κάθε ‘Παντελή’, καλό είναι να συνειδητοποιήσουμε όσο ακόμα έχουμε χρόνο ότι ο ‘Παντελής’ δεν είναι μόνο αυτός που δίνει κενές υποσχέσεις αλλά πολύ χειρότερα αυτός που τις αποδέχεται απαθώς…

(πηγή: Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας)

ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΔΑΝΑΟΥΣ ΚΑΙ ΔΩΡΑ ΦΕΡΟΝΤΕΣ

Published February 7, 2016 by elipep2001

δούρειος ίππος

 

Η φράση “Φοβού τους Δαναους και δώρα φέροντες είναι η μετάφραση στα Ελληνικά της παροιμιώδους φράσης «Timeo Danaos et dona ferentes» που λέγεται δια στόματος Λαοκόοντος στο στίχο 49 της Αινειάδας, έργου του Βιργιλίου.

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Λαοκόων, ένας από τους Τρώες ιερείς του Θυμβραίου Απόλλωνα, γιος του Πριάμου ή του Αντήνορα, είχε κατά την παράδοση ασεβήσει προς τον θεό του είτε επειδή είχε παντρευτεί και είχε γίνει πατέρας, είτε επειδή είχε έρθει σε σωματική επαφή με τη σύζυγό του μπροστά στο είδωλο του θεού στον ναό. Το αποτέλεσμα της ασέβειάς του ήταν η ‘μικρή’ σε μέγεθος εμπιστοσύνη από πλευράς των συμπολιτών του.

Όταν λοιπόν την ημέρα εκείνη του τελευταίου δέκατου χρόνου του πολέμου οι Τρώες είδαν ότι τα πλοία των εχθρών τους, των Ελλήνων είχαν αποπλεύσει και το μόνο που έστεκε στην παραλία τους ήταν ένα ξύλινο άλογο, ο Δούρειος Ίππος, ένιωσαν στην ολοκληρωτική τους πλειονότητα ανακούφιση μα και ενθουσιασμό για το δώρο που οι εχθροί τους είχαν αποφασίσει να τους αφήσουν, προφανώς ως δείγμα μετανοίας και υποταγής στο μεγαλείο της πόλης της Τροίας που κατάφερε και αντιστάθηκε χωρίς να αλωθεί.

Υπήρξε όμως ξαφνικά μια αντίδραση που εκφράστηκε από τη φωνή του Λαοκόοντα. Ο Βιργίλιος στην Αινειάδα μαρτυρεί τα λόγια του «Equo ne credite, Teucri / Quidquid id est, timeo Danaos et dona ferentes», δηλαδή «Μην εμπιστεύεστε το άλογο, Τρώες. / Οτιδήποτε κι αν είναι, φοβάμαι τους Έλληνες ακόμα κι όταν φέρνουν δώρα».

Η μυθική ιστορία μας είναι κατά βάση γνωστή. Οι Τρώες αψήφησαν τη συμβουλή του ξεγελασμένοι από τονΣίνωνα. Οργισμένος τότε ο Λαοκόων πέταξε το ακόντιό του στο ξύλινο άλογο. Εκείνη την ώρα ο θεός Ποσειδώνας, επειδή υποστήριζε τους Έλληνες, έστειλε δύο θαλάσσια φίδια και έπνιξαν τον Λαοκόοντα και τους γιούς του, Αντίφα (ή Αντιφάντη) και Θυμβραίο, εικόνα οικεία από το γλυπτό ρωμαϊκής περιόδου τριών Ροδίων καλλιτεχνών, το οποίο σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο του Βατικανού.

Ο Δούρειος Ίππος οδηγήθηκε από την κεντρική πύλη της εισόδου στο εσωτερικό της πόλης και η άλωσή της από τους Έλληνες ολοκληρώθηκε μέσα σε ένα βράδυ. Η φράση όμως που ειπώθηκε από πλευράς του Λαοκόοντα σε μια προσπάθεια από πλευράς του να διασφαλιστεί, όσο περισσότερο είναι εφικτό, η ασφάλεια των συμπολιτών του έμεινε στο πέρασμα των αιώνων μέχρι σήμερα χωρίς αλλαγή ουσιαστική στη σημασία της.

Κάθε φορά που κάποιος βρίσκεται στη θέση του λαμβάνοντα απροσδόκητα ‘δώρα’ ή παροχές, θυμάται από μόνος ή ακούγοντάς το από τους γύρω του τη φράση αυτή που μάς έχει συντροφέψει εννοιολογικά στο πέρασμα των αιώνων.

Η προσφορά ως χειρονομία έχει αποκτήσει στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας το ένδυμα της καχυποψίας. Πάντοτε στις συναναστροφές ευρύτερου πλαισίου υπήρχε προσφορά με ανταπόδοση, με κάποιο γνωστό ή συμφωνημένο τίμημα. Μόνο που στις στενότερες διαπροσωπικές σχέσεις η προσφορά άνευ όρων ή ανταλλαγμάτων είχε εξίσου δυναμική παρουσία.

Σήμερα όμως που όλοι μας μεγαλώνουμε μέσα σε ένα κλίμα αυξανόμενης θαρρείς ανάγκης να προστατευτούμε από τα ‘κρυμμένα’ κίνητρα των άλλων γύρω μας, φορτωνόμαστε επίκτητα την εγωκεντρική στάση που διασφαλίζει κατά την γνώμη των πολλών την ‘προστασία’ των κεκτημένων μας. Και αυτό όπως έχει αποδειχθεί από την Ιστορία είναι χρήσιμο και σοφό μια και στην παγκόσμια σκακιέρα του κόσμου τούτου του μικρού, του μέγα, πάντα υπάρχει ένα τίμημα για κάθε ‘χάρη’ που προσφέρεται στη διάρκεια της εκάστοτε ‘παρτίδας’.

Οι ‘Δαναοί’ αλλάζουν πρόσωπο, εθνικότητα και αρχηγούς μα πάντα ο στόχος παραμένει ουσιαστικά ίδιος: να επιτύχουν την κατάκτηση αυτού που επιθυμούν. Η επιφύλαξη λοιπόν ως πρώτη αντίδραση σε κάθε τι που προσφέρεται αμαχητί δεν είναι κακή ιδέα. Είναι αντιθέτως ο διακόπτης ασφαλείας απέναντι σε κάθε κεκαλυμμένο κίνδυνο. Μόνο που επειδή οι ακραίες συμπεριφορές δεν οδηγούν παρά μόνο σε ακραία αποτελέσματα καλό είναι να θυμόμαστε ότι οι σχέσεις δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο σε παγκόσμιο και προσωπικό επίπεδο.

Πάντα θα υπάρχει η δύναμη της προσφοράς σε προσωπικό, ατομικό επίπεδο μα και η εξατομικευμένη προσφορά σε ευρύτερες ομάδες κοινωνικών συνόλων. Η ειδοποιός της διαφορά είναι αυτή που της δίνει και την δύναμη της αναλλοίωτης και ισοδύναμης παρουσίας της στη ζωή μας. Είναι η αγάπη. Είναι η ανάγκη η ανθρώπινη να γεμίζουμε από την πράξη και μόνο την ίδια, από την αίσθηση ότι προσφέρουμε στο κοινό καλό και βιώνουμε το μεγαλείο της αγάπης για τον συνάνθρωπο άρα και για τον εαυτό μας.

Ανεξαρτήτως λοιπόν των ‘Δαναών’ και του ‘φόβου’ τους ας μην αφεθούμε στην απώλεια της μνήμης της ψυχής μας. Της μνήμης της πρώτης αγάπης που βίωσε ερχόμενη στη ζωή. Και ας προσπαθούμε να ζούμε παρέα με την επιφύλαξη αλλά πάντα χέρι χέρι με την αγάπη.

(πηγή: Απο Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας)