Αφιερωμα στην ΑΡΛΕΤΑ

Published August 9, 2017 by elipep2001

 

Γεννήθηκε 3 Μαρτίου 1945  στην Αθήνα.

 

Σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Ξεκίνησε τη δισκογραφική της καριέρα την δεκαετία του 1960 συμμετέχοντας στο λεγόμενο νέο κυμα της ελληνικής μουσικής.
Το πραγματικό της όνομα ήταν Αργυρω-Νικολέτα Τσαπρα. Το 1981 ηχογράφησε τον πρώτο δίσκο με δικό της υλικό (Ένα Καπέλο με Τραγούδια). Το 1984 και το 1985 γνώρισε μεγάλη επιτυχία με τραγούδια που της έγραψαν ο συνθέτης Λάκης Παπαδόπουλος και η στιχουργός Μαριανίνα Κριεζή στους δίσκους Περίπου και Τσάι Γιασεμιού.

Κάποιες από τις επιτυχίες της είναι τα: “Μια Φορά Θυμάμαι”, “Τα Μικρά Παιδιά”, “Το Λέει Και Το Τραγούδι”, “Ο Λύκος”, “Το Τραγούδι Της Δραχμής”, “Καφενείο”, “Σερενάτα”, “Έρχεται Κρύο”, “Τσάι Γιασεμιού”, “Τα Ήσυχα Βράδυα”, “Batida de Coco”, “Μπαρ το Ναυάγιο”, “Λεωφορείο το 2”. Το 1997 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Από πού πάνε για την Άνοιξη» με κείμενα, στίχους, σχέδια και ζωγραφιές της. (Εκδόσεις «Καστανιώτη»).
Η  μουσική της Αρλέτας έτυχε ιδιαίτερης επιτυχίας σε μπουάτ των Αθηνών. 

 


Την Αρλέτα την πρωτο συναντήσαμε πριν από σαράντα έξι χρόνια σε μια μπουάτ στην Πλάκα. Τότε που όλοι μας ανακαλύπταμε τους ποιητές στριμωγμένοι σε μια αίθουσα 4Χ5 με την βοήθεια μιας φωνής και συνοδεία πιάνου και κιθάρας, τότε που αντέχανε ακόμα τα νεοκλασικά στην αντιπαροχή και μέσα σ αυτά οι μπουάτ όπου όλοι μας πλάθαμε με την φαντασία μας τους δικούς μας ήρωες, τότε που ματώνανε τα πεζοδρόμια από τις διαδηλώσεις, τότε   που όλοι τα βράδια ξεδιψούσαμε με το τραγούδι σε μια μπουάτ. 

Και η Αρλέτα ήταν εκεί.. Η κορυφαία των μπουάτ…
«Μικρή ήθελα να γίνω..λούστρος!!» γράφει κάπου. «Το εξάσκησα το επάγγελμα από τα πέντε μου ως τα οκτώ καταστρέφοντας πολλά παπούτσια και κάλτσες! Μετά ήθελα να γίνω..άλογο! Αρκετά αργότερα ήξερα τι ήθελα να κάνω. Ηθελα να σπουδάσω ζωγραφική και έγινα.. τραγουδίστρια!!!»
Πρώτος δίσκος το 1966 «Αρλέτα» με αγαπημένα τραγούδια των: Γιάννη Σπανού, Νότη Μαυρουδή, Νίκου Χουλιάρα, Γιώργου Κοντογιώργου. Ξεχώρισαν: «Μια φορά θυμάμαι», «Τις άδειες νύχτες», «Το πέτρινο χαμόγελο» κα
Πρώτη εμφάνιση στην μπουάτ «Νεφέλες» και μετά στην «Παράγκα», στα «Ταβάνια» – την ωραιότερη, όπως λέει μπουάτ της Πλάκας που είχε διακοσμήσει ο Γιάννης Τσαρούχης – μέχρι που η δικτατορία αποφάσισε να της απαγορεύσει να τραγουδά…
«Δεν μπορούσαν να με κατατάξουν» λέει, «Αυτό ήταν το έγκλημα μου!. Ημουν ακατάτακτη! Θα τους άρεσε να ξέρουν προς τα που πάω, δεξιά, αριστερά, στη μέση.. Εγώ δεν πήγαινα πουθενά!!»
Μετά από ένα περίπου χρόνο επιστρέφει στις μπουάτ και στο στούντιο όπου τα επόμενα χρόνια ηχογραφεί τους δίσκους: «Αρλέτα 2», «Στο ρυθμό του αγέρα» [1968], «12+1 τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι» [1969], «Εξι μέρες» [1970].

 

 

 

Η πορεία της Αρλέτας εκτός από τους δίσκους περιλαμβάνει ζωντανές εμφανίσεις σε μπουάτ, μουσικές σκηνές, συναυλίες σε όλη την Ελλάδα, Κύπρο, Παρίσι, Λονδίνο, Μόναχο, Στοκχόλμη, Τορόντο κα
Παράλληλα με το τραγούδι έχει σχεδιάσει εξώφυλλα δίσκων και έχει εικονογραφήσει βιβλία. Για δυο χρόνια είχε την δική της ραδιοφωνική εκπομπή, ενώ το 1997 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Από που πάνε για την άνοιξη» [Εκδόσεις Καστανιώτη] με στίχους, πεζά αλλά και ζωγραφιές.
Η Αρλέτα στα σαράντα έξι χρόνια αυτής της πορείας τουλάχιστον πέντε φορές σταμάτησε να τραγουδά..
«Εκεί που νόμιζα ότι έχω τελειώσει», λέει « κάτι γινόταν και ξανάρχιζα! Ημουνα εντελώς ακατάλληλη γι αυτό για το οποίο ξεκίνησα να κάνω!.. Δεν διαθέτω κανένα από τα προσόντα που έπρεπε να διαθέτει μια τραγουδίστρια. Ασχημη δεν ήμουν αλλά δεν ήμουν καθόλου κοκέτα. Επέμενα να παίζω κιθάρα και όχι ορχήστρα.Τα γούστα μου ως προς τα τραγούδια ήταν εξαιρετικά αυστηρά – κυρίως ως προς τον στίχο. Ημουνα πολύ κακή στις δημόσιες σχέσεις.. Τώρα πως βρίσκομαι ακόμα εδώ και σας.. βασανίζω, εσείς φταίτε, όχι εγώ!!»

 

Η Αρλέτα πριν τέσσερα χρόνια σταμάτησε και πάλι να τραγουδά, αυτή την φορά όμως όχι με την θέληση της…
Ηταν 11 Φεβρουαρίου του 2008, τρία λεπτά πριν ανέβει στην σκηνή του Δημοτικού θεάτρου του Βόλου όταν υπέστη βαρύ εγκεφαλικό με αποτέλεσμα να εισαχθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο του Βόλου όπου οι γιατροί όλη την νύχτα έδωσαν μάχη στο χειρουργείο να την κρατήσουν στην ζωή.
Η Αρλέτα πάλεψε πολλούς μήνες στο νοσοκομείο του Βόλου και σε νοσοκομεία της Αθήνας.
Και τα κατάφερε..Το εγκεφαλικό που λίγο έλειψε να της στερήσει τη ζωή, δεν τις «άφησε» τίποτα!. «Μια περίπτωση στο εκατομμύριο», είπαν οι γιατροί!!..

«Όταν συνήλθα ήμουν τελείως παράλυτη και δεν πίστευα ότι θα μπορέσω να ξαναστηθώ στα πόδια μου.. Το ότι σώθηκα είναι σίγουρα θαύμα. Εκανα ένα χρόνο να σταθώ στα πόδια μου μετά από έξι μήνες στα νοσοκομεία.
Ηταν μια τρομακτική εμπειρία..
Βγήκα από τα «πέτρινα χρόνια» μου με.. χρέη προς όλους όσους στάθηκαν δίπλα μου και τους ευχαριστώ από καρδιάς, ως τον τελευταίο που μου έστειλε email ή έκανε μια προσευχή όταν την χρειαζόμουν τόσο.
Και ήταν πολλοί!
Περισσότεροι από όσους θα μπορούσα να φανταστώ!. Ζητώ συγνώμη δεν το ήξερα!
Ελπίζω κάτι να τους προσφέρω και εγώ με το τραγούδι μου… Και πάλι χαίρετε φίλοι μου. Ευχαριστώ από καρδιάς!.»

Είχα την ατυχία αυτή η περιπέτεια να συμβεί στην πρώτη μου συνεργασία με την Αρλέτα.

Την γνώρισα – από κοντά – για πρώτη φορά το 1989 όταν είχε έρθει στην μπουάτ «Αυλαία» που είχα τότε, να δει τον φίλο της τον Λάκη Παππά.Της πρότεινα να συνεργαστούμε, δεν ήθελε, δεν της άρεσε ο χώρος – ένα παλιό ψηλοτάβανο νεοκλασικό- της άρεσαν όμως τα..υπόγεια του σπιτιού!!Τα παλιά καταφύγια στην Γερμανική κατοχή με τα ξύλινα υποστυλώματα. Φυσικά δεν της έκανα τότε το χατήρι να μεταφέρω την μπουάτ στο..υπόγειο!!! Τα επόμενα χρόνια συναντηθήκαμε μερικές φορές και κουβεντιάζαμε για κάποιες δουλειές που όμως δεν προχωρούσαν.. Ισως γιατί συνεργαζόμουν επί 22 χρόνια με την άλλη μεγάλη του «νέου κύματος» την Καίτη Χωματά..Βέβαια αυτές οι δύο δεν είχαν να χωρίσουν τίποτα.. Η Καίτη είχε μείνει στο «νέο κύμα».. Με αυτό ξεκίνησε σε αυτό έμεινε πιστή μέχρι το τέλος της.. Η Αρλέτα γρήγορα ξέκοψε από αυτό, προχώρησε σε άλλους, διαφορετικούς μουσικούς δρόμους, πιο σημερινούς..

Πριν τέσσερα χρόνια – δεν ξέρω πως – τελικά αποφασίσαμε να συνεργαστούμε για πρώτη φορά.. Πάντα την αγαπούσα την Αρλέτα όπως και κάθε άνθρωπο που πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα, κάθε άνθρωπο που προχωρά – όπως το λέει η καρδιά του – μακρυά από κυκλώματα, μικρότητες, κακίες, υπολογισμούς..

Ετσι τον Φεβρουάριο του 2008 βρεθήκαμε στον Βόλο..
Το μεσημέρι εκείνης της ημέρας περπατήσαμε μαζί στην παραλία –με ψιλόβροχο- πηγαίνοντας για φαγητό σ ένα μικρό ταβερνάκι.. Με ενθουσιασμό μιλάγαμε για μια συναυλία που ήθελα να κάνουμε στο «Ηρώδειο»..
Το απόγευμα για δυο ώρες τραγουδούσε στην σκηνή του θεάτρου στην πρόβα, ενθουσιάζοντας τους τεχνικούς και τις ταξιθέτριες.. Και ύστερα ήρθε αναπάντεχα το σοκ..
Τρία λεπτά πριν βγει στην σκηνή του Δημοτικού θεάτρου, το εγκεφαλικό, η μεταφορά της στο νοσοκομείο του Βόλου, η αξονική, η εκτεταμένη κρανιοεγκεφαλική αιμορραγία και ο αγώνας των γιατρών στο χειρουργείο όλη την νύχτα να την κρατήσουν στην ζωή και στην συνέχεια η εντατική και αυτή η τρομερή αναμονή για τα επόμενα πολλά 24ωρα…

Tρεiς μέρες μετά έφυγα από τον Βόλο και ήταν σαν να άφηνα εκεί ένα δικό μου άνθρωπο.. Καθημερινά μάθαινα νέα της από την διευθύντρια του νοσοκομείου..
«Η κατάσταση είναι στάσιμη αλλά εξακολουθεί να είναι κρίσιμη» τα λόγια της για πολλές ημέρες που δεν μ έκαναν καθόλου αισιόδοξο.. Δεν ξέρω πως, αλλά πίστευα ότι θα τα καταφέρει και ας έδειχναν όλα τότε το αντίθετο..
Δεν πίστευα στα μάτια μου όταν την πρωτοείδα, αρκετούς μήνες μετά στο ΚΑΤ στην μονάδα αποκατάστασης…
«Σου έκανα ζημιά;;» η πρώτη κουβέντα της!.. Αν είναι δυνατόν να μιλάει για δική μου οικονομική ζημιά, όταν εκείνη.. «πήγε και ήρθε»!!
Η Αρλέτα κατάφερε το ακατόρθωτο. Ένα χρόνο μετά στάθηκε και πάλι στα πόδια της!. Και μετά ήρθαν οι συχνές, μικρές μας βόλτες στην Φωκίωνος Νέγρη γύρω από το σπίτι της.. Καφεδάκι στην πλατεία όπου κρυφά μου «έκλεβε» και κανένα τσιγάρο, κουβεντούλα και πάλι να μου μιλά για σχέδια, η Αρλέτα που με τίποτα δεν το βάζει κάτω!..
Μετά, για κάποια πράγματα στεναχωρήθηκα μαζί της και έφυγα από κοντά της για.. τρία χρόνια!.
Ολο αυτό το διάστημα μου έστελνε  γραπτά μηνύματα στις γιορτές..
Δεν απαντούσα!.
Με είχαν απογοητεύσει κάποιες επαγγελματικές κινήσεις της που ανέτρεπαν την εικόνα που είχα για εκείνη, κάποιες επιλογές της που αποδείχθηκαν εκ των υστέρων, λανθασμένες..
Για πρώτη φορά ξανά μιλήσαμε στα μέσα του περασμένου Φεβρουαρίου.
Μου είπε ότι τις «χρωστάω» μια συναυλία στο Βόλο.
Της είπα όχι!..
Μερικές μέρες μετά συναντηθήκαμε, μιλήσαμε μου έδωσε κάποιες «εξηγήσεις» και τις δέχτηκα.
Ημουν έτοιμος να τις δεχτώ..
Το ίδιο βράδυ μετά από ένα μήνυμα της που μιλούσε για «..καθαρότητα στις σχέσεις…» δέχτηκα να κάνω την συναυλία της στον Βόλο στις αρχές Ιουνίου, αν και έχω εγκαταλείψει αυτή την δουλειά τα δυο τελευταία χρόνια.
«Με το τραγούδι μου», λέει « ήθελα πάντα να λέω ιστορίες, τίποτα περισσότερο!… μονολογουσε η Αρλέτα.
Να διηγούμαι κάτι που με απασχολούσε ή κάτι το οποίο με πόναγε ή κάτι το οποίο μου άρεσε.
Ηθελα να το διηγηθώ και με αυτόν τον τρόπο μπόρεσα να επικοινωνήσω με τον κόσμο.
Δεν ήταν καθόλου εύκολο αυτό, ούτε για τον κόσμο, ούτε για μένα, αλλά τελικά έγινε και η επαφή αυτή ήταν το μεγαλύτερο κέρδος που πήρα από το τραγούδι!!..»
Αυτά είχε γράψει  ο Δημήτρης Κραουνάκης τον Απρίλιο του 2012 στο μουσικόραμα με τίτλο 46 ΧΡΟΝΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Η Αρλέτα μεγάλωσε στο «τρίγωνο του θανάτου», όπως το χαρακτηρίζει η ίδια: Μεταξουργείο, Εξάρχεια, Κυψέλη. Οι μνήμες της παιδικής της ηλικίας είναι συνυφασμένες με τη δυστυχία του πολέμου. Θυμάται το σπίτι τους να έχει μετατραπεί σε κέντρο διερχομένων. Το κουδούνι χτυπούσε 7 φορές την ημέρα από κόσμο που ζητιάνευε λίγο ψωμί, καθώς η μητέρα της φρόντιζε να έχει πάντα στο σπίτι ένα καρβέλι από το χωριό, από εκείνα τα καρβέλια που ζύγιζαν 15 οκάδες το καθένα…. 

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Το τραγούδι μπήκε από πολύ νωρίς στη ζωή της, καθώς από παιδί έμαθε να τραγουδά από τον πατέρα της, ο οποίος μπορεί να ήταν γιατρός στο επάγγελμα, αλλά ήταν και εξαιρετικός τραγουδιστής. Τα μοναδικά ερεθίσματα ήταν ένα ραδιόφωνο που έπαιζε οπερέτες και τα δημοτικά τραγούδια που άκουγε στο χωριό από όπου καταγόταν, τη Λιβαδειά Ορχομενού. Όταν ήταν μικρή δεν τραγουδούσε μόνη της, αλλά κρυβόταν πάντα πίσω από τους «προστάτες» της, τον πατέρα και την αδερφή της. Καμιά φορά τραγουδούσε μόνο για τη μητέρα της, η οποία έκλαιγε όταν την άκουγε να τραγουδάει και μετά της έκανε όλα τα χατίρια…. 

arleta03

Παρ΄ όλη την αγάπη που είχε για το τραγούδι, πριν ακόμα τελειώσει το γυμνάσιο έδωσε εξετάσεις για την Σχολή Καλών Τεχνών.
Είχε την τύχη τότε να γνωρίσει μεγάλες προσωπικότητες και να διδαχτεί πολλά από δασκάλους σαν τον Μόραλη, τον Σαραφιανό και τον Πρεβελάκη, προσωπικότητες που σημάδεψαν και χάραξαν βαθιά το χαρακτήρα και τις ιδέες της.
Όταν ακόμα ήταν πρωτοετής στην Καλών Τεχνών, συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Γιώργο Παπαστεφάνου σε μια εκδρομή, όπου την άκουσε να τραγουδά το «Άξιον Εστί».
Ενθουσιάστηκε και την ρώτησε αν θέλει να κάνει δίσκο. Κάπως έτσι και χωρίς να ρωτήσει κανέναν έκανε τον πρώτο της μεγάλο δίσκο που είχε τίτλο “Τραγουδά η Αρλέτα”. Λογοκρίθηκε έντονα από τη χούντα και σταμάτησε να τραγουδά.
Τρία χρόνια αργότερα δέχτηκε ένα τηλεφώνημα εκ μέρους του Ζορζ Μουστακί.
Στην αρχή θεωρούσε ότι ήταν μια φάρσα, αλλά μετά το 4ο τηλεφώνημα τελικά πείστηκε.
Πήγε στις Σπέτσες στο σπίτι της Ναταλίας Μελά, που ήταν φίλη με τον Μουστακί και την κάλεσε να τραγουδήσει στο Bobino, στο Παρίσι. Εκεί βρέθηκε για πρώτη φορά στη σκηνή του θεάτρου, όπου έπαθε μεγάλο τρακ και κοκάλωσε μην μπορώντας να βγει στην σκηνή.
Τότε βρέθηκε κάποιος να της δώσει μια γερή κλωτσιά και να βγει στην σκηνή και να ξεπεράσει τον φόβο του να τραγουδά μπροστά σε κόσμο. Παρόλο που την κέρδισε τον τραγούδι, δεν εγκατέλειψε ποτέ την ζωγραφική.
Μέχρι σήμερα έχει κάνει δύο εκθέσεις, ενώ έχει σχεδιάσει όλα τα εξώφυλλα για τους δίσκους της.
Επίσης η καλλιτεχνική της φλέβα φαίνεται και μέσα από τη γραφή της. Το ’97 κυκλοφόρησε το βιβλίο “Από πού πάνε για την άνοιξη;” με ποιητικά και πεζά κείμενα, αλλά και με δικά της σχέδια.
Οι συνεργασίες Στα πρώτα της δισκογραφικά βήματα συνεργάστηκε με αρκετούς γνωστούς συνθέτες, όπως ο Γιάννης Σπανός, ο Μάνος Χατζιδάκις, και ο Μίκης Θεοδωράκης.
Στο ενεργητικό της μετρά πολλά επιτυχημένα μουσικά κομμάτια, αλλά τρία έγιναν «σουξέ»: το «Μια φορά θυμάμαι», η «Σερενάτα», και το «Μπαρ το Ναυάγιο».
Η συνεργασία που ξεχωρίζει στη ζωή της είναι αυτή με τον Λάκη τον Παπαδόπουλο, ο οποίος είναι και η αιτία που παρέμεινε στον χώρο του τραγουδιού. Μαζί με τον Λάκη Παπαδόπουλο έκανε δύο δίσκους που αγαπήθηκαν πάρα πολύ από τον κόσμο….
Από 23 χρονών έχει αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα υγείας και έχει κινδυνεύσει πολλές φορές….
(αρθρο απο τη Μηχανη του χρόνου)

 

Η Αρλέτα αντέχει – Τι αναφέρει ο διοικητής του νοσοκομείου

Δεν είμαι μουσικός, απλά «παίζω τραγούδια». Πράγμα που συνέβη τελείως τυχαία, δεν ήταν μέσα στις προθέσεις μου ποτέ. Αλλά όταν συνέβη ‘με πήρε και με σήκωσε’. Υπεύθυνος γι’ αυτό ήταν ο Γιώργος Παπαστεφάνου. Αυτός φταίει δεν φταίω εγώ. Εγώ μπήκα στο τραγούδι κατά λάθος και έμεινα από αφηρημάδα. Μπορεί να ακούγεται αστείο, αλλά αυτή είναι η αλήθεια.

Η οικογένειά μου δεν είχε παίξει κάποιο ρόλο στην ενασχόλησή μου με το τραγούδι. Ο πατέρας μου ήταν πολύ υπέρ, από αυτόν έμαθα να τραγουδώ. Ήταν γιατρός αλλά και πάρα πολύ ωραίος τραγουδιστής.  Η μητέρα μου ποτέ δεν μου το συγχώρεσε. Ήθελε να σπουδάσω κάτι πιο «θετικό». Οποιοδήποτε πανεπιστήμιο εκτός της σχολής Καλών Τεχνών ή του τραγουδιού.  Ειδικά για το τραγούδι δεν ήταν καθόλου υπέρ.

Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πάρα πολύ καλά. Έχω μεγαλώσει και έχω ζήσει ολόκληρη την ζωή μου στο «τρίγωνο του θανάτου». Μεγάλωσα στην Αγίου Κωνσταντίνου, μέχρι δώδεκα χρονών, μετά πήγα στα Εξάρχεια όπου έμεινα για όλη μου τη ζωή, μέχρι που μετακόμισα στο «κοσμικόν προάστιον της Κυψέλης», περίπου πέντε χρόνια πριν. Ο λόγος που μετακόμισα ήταν κατ’ ανάγκην, γιατί το σπίτι απ’ όπου μετακόμισα δεν άντεχε άλλο. Έπρεπε να επισκευαστεί και δεν γινόταν και έτσι «πήρα των ομματιών μου» και ήρθα εδώ.  Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή στο κέντρο της Αθήνας και είμαι έξω φρενών, όπως όλοι οι άνθρωποι που έχουν ζήσει στο κέντρο και θεωρούν τους εαυτούς τους Αθηναίους, γιατί εγώ είμαι Αθηναία και δη Εξαρχειώτισσα, είτε μου αρέσει είτε δεν μου αρέσει. Η Αθήνα είναι το καταφύγιο όλης της Ελλάδας. Το οποίο κινδυνεύει να τελειώσει, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση.

Αυτό που συμβαίνει στην Αθήνα, έχει συμβεί σε όλες τις μεγαλουπόλεις. Υποβαθμίζουν μια περιοχή, με σκοπό να την αγοράσουν φτηνά. Τα πάντα είναι για τον λουφέ. Τίποτα δεν συμβαίνει αυτή την εποχή που να μην αφορά το χρήμα. Ούτε παιδιά γεννιούνται, ούτε άνθρωποι παντρεύονται, χωρίς να υπολογίζονται σε χρήμα. Οι λιγοστές εξαιρέσεις ας με συγχωρήσουν.

Η Αθήνα όταν γεννήθηκα εγώ, ήταν μια πάρα πολύ όμορφη πόλη.
Με εξαιρετικό κλίμα.
Εδώ έρχονταν άρρωστοι άνθρωποι για να βρουν την υγειά τους.

Ο πατέρας μου ήταν φυματιολόγος και τα ξέρω από αυτόν.
Το κοσμικό -όντως-  προάστιο της Πεντέλης είχε γίνει από φυματικούς.
Είχε πολύ ήπιο χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι παρόλο που έκανε ζέστη, φυσούσε το απόγευμα το θαλασσινό αεράκι και δρόσιζε. Τώρα το αεράκι δεν έρχεται ως εδώ, έχει αποκλειστεί.
Εξακολουθώ όμως να αγαπώ το κλίμα της Αθήνας, γιατί δεν μπορώ να ζήσω χωρίς ήλιο. Έχω ζήσει έξω κάποια διαστήματα και θα μπορούσα να το ξανακάνω, αλλά μου είναι/ήταν αδύνατον να διανοηθώ ότι θα πάω να ζήσω σε μια πόλη ή χώρα όπου δεν έχει ήλιο.
Έχω μείνει για μικρά διαστήματα στο Παρίσι, πιο πολύ στο Λονδίνο και πολύ λίγο στο Άμστερνταμ.
Η οποία πόλη του Άμστερνταμ είναι πάρα πολύ ωραία, αλλά είναι παντελώς βρεγμένη, δεν στεγνώνει ποτέ. Αυτό φτάνει για να με «διαλύσει».
Είναι πάρα πολύ ωραίες πόλεις, πολύ οργανωμένες… τους τις χαρίζω.
Δεν είμαι ούτε κάγκελο, ούτε τσιμέντο, ούτε υπόγειος σιδηρόδρομος.
Είμαι άνθρωπος. Ο άνθρωπος λοιπόν, θέλει ήλιο για να ζήσει.
Μπορεί να ήταν σύμπτωση, αλλά όλοι οι φίλοι μου που πήγανε για σπουδές ή έστω για ένα διάστημα στο εξωτερικό, σε πόλεις της Ευρώπης, γυρίσανε άρρωστοι.
Τώρα βέβαια έχουμε γίνει και εμείς έτσι, γιατί γίναμε Ευρωπαίοι…
Εκεί εκτός από τον ήλιο λείπει και η ανθρώπινη ζεστασιά, που ναι μεν σε ορισμένους ανθρώπους υπάρχει, αλλά σε πολύ λιγότερους απ’ ότι εδώ.
Δηλαδή ο τρόπος τους είναι πολύ πιο εγκεφαλικός και οργανωμένος.
Και πολύ καλά κάνουν, απόδειξη αυτού είναι ότι ‘μας έχουν βάλει κάτω και μας βαράνε’.
Από τότε που ιδρύθηκε το Ελληνικό κράτος, μας βαράνε.

Έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο του 1972, από μια έκθεση του Ονορέ Ντωμιέ, ο οποίος ίσως είναι ο σημαντικότερος γελοιογράφος-λιθογράφος όλων των εποχών, κατά τη γνώμη μου.  
Η πρώτη λιθογραφία αφορούσε την Ελλάδα του 1850, όταν είχε πάρει δάνειο από την Αγγλία.
 Αν την δεις θα καταλάβεις περί τίνος πρόκειται. Είναι ένας τυπικός Άγγλος της εποχής με το «λοφίο» του, με ένα περίστροφο και με ένα χαρτί που γράφει ‘ο λογαριασμός’.
Από την άλλη είναι τρεις ταλαίπωροι Έλληνες με τις βράκες και τα φέσια τους.
Τους λέει έχετε περιθώριο 24 ώρες να αποπληρώσετε το «δάνειο» με τόκο 12%.
Στο λογαριασμό το αρχικό κεφάλαιο είναι ένα εκατομμύριο, ενώ με όλες τις προσαυξήσεις κλπ φτάνει τα τέσσερα εκατομμύρια.
Αυτό που έχει μεγάλη πλάκα όμως είναι, ότι το τελευταίο ποσό είναι για αγορά πιστολιών.
Αυτός λοιπόν είναι ένας ‘πολύ ωραίος τρόπος’ για μια χώρα να πάρει πίσω τα χρωστούμενα από μια ‘φίλη’ χώρα, λέει η γελοιογραφία του Ντωμιέ…

honoredaumier

Θα μου πείτε, εμείς δεν φταίμε; Δεν έχω καμία αντίρρηση ότι φταίμε.
Αλλά ας καθίσει κανείς να εξετάσει πραγματικά τις λεπτομέρειες και όχι επιπόλαια όπως κατά κανόνα κάνουν, σχεδόν όλοι, ακόμα κι αυτοί που δεν θα έπρεπε. Τι περιθώρια έχουν δοθεί στην Ελλάδα;
Πόσα περιθώρια έχουν δοθεί σε όλες τις βορειο-ευρωπαϊκές χώρες; Οι οποίες σκοτωνόντουσαν μεταξύ τους 500 χρόνια, για να φτάσουν σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο(;)

Είμαι αρκετά μεγάλη για να θυμάμαι πώς ήταν η Αθήνα και η Ελλάδα μετά τον πόλεμο.
Ούτε οι φωτογραφίες ούτε τα φιλμ δείχνουν πραγματικά την κατάσταση.
Εγώ που έχω μεγαλώσει στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο ήταν πολύ χτυπημένο μετά τα Δεκεμβριανά, έχω κρατήσει τις εικόνες στα μάτια μου. Θα πρέπει κάποιος κάποια στιγμή να κάτσει να καταγράψει αυτά τα γεγονότα.
Όχι με άκρατο συναισθηματισμό, αλλά με υπευθυνότητα.
Και κάποιοι θα πουν «περσινά ξινά σταφύλια». Δεν είναι έτσι όμως, οι Γερμανοί μας χρωστάνε κάπου ένα τρις ευρώ.
Το πρώτο δάνειο που πήραμε από τους Άγγλους, ήταν ένα εκατομμύριο και μέχρι να φτάσει στην Ελλάδα είχαν μείνει 400.000, γιατί τις 600.000 τις είχανε ‘φάει’ ήδη.
 Το φαγοπότι είναι πολύ παλιά ιστορία. Δυστυχώς δεν δόθηκε ευκαιρία στην παιδεία μας.
Αν και πολλοί μάθανε γράμματα, παιδεία δεν απόκτησαν ποτέ.
Είμαστε δηλ. τελείως απαίδευτοι.

Η κυρία Διαμαντοπούλου είχε δηλώσει ότι τα Αγγλικά έπρεπε να γίνουν η επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους. Αυτό εγώ δεν το ξεχνώ. Για πολλά παιδιά κάτι τέτοιο μπορεί να ακούγεται πάρα πολύ ωραίο, γιατί πιο πολύ τους διευκολύνουν τα αγγλικά παρά τα ελληνικά, αφού είναι δύσκολη και δύσχρηστη γλώσσα.
Είναι όμως η μόνη γλώσσα που ομιλείται χωρίς διακοπή επί 5.000 χρόνια.
Μια γλώσσα που κατάφερε να επιβιώσει μετά από 400 χρόνια υποδούλωσης, χωρίς επίσημη και καθολική παιδεία, που κατάφερε σε τρεις γενιές να βγάλει δύο νομπελίστες ποιητές κοκ.

Αυτά που ακούω ώρες ώρες, δεν ακούγονται. Δηλ. λέω, ακούν τα αυτάκια μου καλά; Αν και έχω εξαιρετική ακοή…

Είμαστε μια χώρα που δεν έχει καταλάβει, ότι αυτός ο τόπος δεν είναι κατακτημένος, αλλά η πατρίδα μας.
Έχουμε καταφέρει να κάνουμε την έννοια της πατρίδας, τοπικιστική και πατριδο-καπηλική.
Εγώ αγαπάω αυτόν τον τόπο, όπως είναι.
Με τα πουρνάρια, τις ελιές, τη θάλασσα και πολλούς απ’ τους ανθρώπους του. Όποιος τολμά να πει ότι είναι πατριώτης, ‘βαφτίζεται’ από κάποιους φασίστας.
Έχω ένα φίλο μουσικό, από τα πιο ήσυχα πλάσματα που έχω γνωρίσει. Μένει κάπου κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα. Δεν μπορεί να φύγει ο άνθρωπος, δεν έχει άλλο σπίτι. Και κάποια στιγμή μου είπε ότι ‘αν ποτέ μάθεις ότι έκανα φόνο, να ξέρεις ότι είναι αλήθεια’… Εδώ δεν μπορούμε να βγούμε από το σπίτι μας.
Εγώ θυμάμαι γυρνούσα μόνη μου από την Πλάκα τέσσερις η ώρα το πρωί, χωρίς κανένα πρόβλημα. Δεν φοβόμουν τίποτα.  Το πολύ πολύ να συναντούσες κανέναν μεθυσμένο στο δρόμο.
Δηλ. η Αθήνα ήταν μια πάρα πολύ ήμερη και γλυκιά πόλη και οι άνθρωποι της ήταν πολύ ευπροσήγοροι.

Τώρα θέλει ο ένας να δαγκώσει το καρύδι του άλλου.
Το είχα προβλέψει δυστυχώς πριν είκοσι χρόνια. Τώρα όλοι κοιτάνε να τα ρίξουν στους άλλους.
Αν κάτι θα συμβούλευα τους νέους, είναι να κοιτάξουν να γίνουν καλύτεροι από εμάς.
Αλλιώς ας μην μιλούν ούτε αυτοί.
Ακριβώς αυτό που έλεγε ο Βάρναλης: Αχ, πού ‘σαι νιότη, που ‘δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!
Σαφέστατα έχουμε πρόβλημα παιδείας.
Βγαίνει ο καθένας λέει μια αρλούμπα και όμως υπάρχουν άνθρωποι που θα τον υποστηρίξουν.

-Και άλλοι ψάχνουν να βρουν σωτήρες…
Μόνο ένας είναι ο σωτήρας του καθενός, ο εαυτός του.

Είμαι ζωγράφος και το κυριότερο όλων είναι ότι είχα την τύχη να έχω πολύ καλούς δασκάλους.
Όταν τους σκέφτομαι, κρατιέμαι.
Τους χρωστάω πάρα πολλά. Είχα μια καθηγήτρια στο γυμνάσιο, η σημαντικότερη θεωρώ απ’ όλους τα δασκάλους μου, μια καταπληκτική περίπτωση ανθρώπου και εκπαιδευτικού, Αντιγόνη Στρεψιάδη ήταν το όνομά της.
Η οποία με έμαθε κάτι το οποίο θα με ακολουθεί σε όλη μου τη ζωή. Μου έφτιαξε μια ‘γέφυρα’ ανάμεσα στον παλιό και στον καινούριο κόσμο, χωρίς να δίνει περισσότερο βάρος ούτε στον έναν ούτε στον άλλον.
Ισορρόπησε το κενό (το πολιτισμικό χάσμα) που έχουμε οι περισσότεροι Έλληνες.
Δηλ. που είτε θαυμάζουμε τους αρχαίους ημών προγόνους και περιφρονούμε το σήμερα, είτε το αντίθετο. Το έκανε με έναν πάρα πολύ απλό τρόπο, χωρίς κόπο, ζόρι και καταναγκασμό.
Ήταν πραγματική εκπαιδευτικός, όπως θα έπρεπε να είναι όλοι οι εκπαιδευτικοί .
Ήταν ότι καλύτερο συνέβη στη ζωή μου.
Η δεύτερη περίπτωση εκπαιδευτικού ήταν ο  Πάνος Σαραφιανός, με τον οποίο έκανα φροντιστήριο και ο οποίος ουσιαστικά με έμαθε πολύ καλό σχέδιο.
Στη σχολή είχα δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη, ο οποίος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος και θαυμάσιος δάσκαλος.
Τότε αρρώστησα για πρώτη φορά στη ζωή μου και χρειαζόμουν πιο πολύ τον άνθρωπο, παρά τον δάσκαλο.
Είχα δάσκαλο τον Παντελή Πρεβελάκη, που μόνο να τον άκουγες να μιλάει ήταν αρκετό (γέλια).
Ήταν Κρητικός ο οποίος είχε ζήσει σχεδόν όλη του τη ζωή στο Παρίσι.
Διατηρούσε μια βαριά κρητική προφορά και στα γαλλικά και στα ελληνικά και δεν έχασε τίποτα από την Κρητικοσύνη του αν και έζησε στη Γαλλία.
Και είναι κάποιοι οι οποίοι μένουν για ένα μήνα στο εξωτερικό και αφού γυρνάνε μπερδεύουν  τα ελληνικά.
Έχω μια φίλη που ζει από 18 ετών στην Αμερική, είναι καθηγήτρια σε πανεπιστήμιο και τώρα είναι σχεδόν 70 ετών.
Ε λοιπόν δεν της ξεφεύγει ούτε μια λέξη όταν μιλάει ελληνικά.
Κάθε τρεις λέξεις πετάμε και μια αγγλικούρα η οποία δεν χρειάζεται.
Είναι το ίδιο με τα greeklish. Τα οποία κάποτε χρησίμευαν, όταν πρωτοβγήκαν οι υπολογιστές και δεν ήταν όλες οι γλώσσες διαθέσιμες.
Το θέμα όμως είναι ότι τώρα μπορείς να βάλεις ότι γλώσσα θέλεις, μέχρι σουαχίλι.
Αλλά τα παιδιά επιμένουν να γράφουν στα greeklish, γιατί τα οκτώ στα δέκα, δεν ξέρουν να διαβάζουν και να γράφουν.
Αν ξαναβγεί η κα Διαμαντοπούλου Υπουργός Παιδείας  – ποτέ δεν ξέρεις, όλα μπορεί να συμβούν σε αυτόν τον τόπο- ας φέρει επιτέλους τα αγγλικά ως επίσημη γλώσσα στα σχολεία, να ησυχάσουμε από αυτή τη φοβερή γλώσσα (τα ελληνικά)…

Έχω κάνει δύο εκθέσεις, αλλά κυρίως σχεδιάζω. Έχω φιλοτεχνήσει εξώφυλλα δίσκων μου, έχω βγάλει κι ένα βιβλίο.
Λέγεται Από πού πάνε για την Άνοιξη και περιλαμβάνει τραγούδια, ποιήματα, κείμενα και σχέδια (εκδόσεις Καστανιώτη).
Έχει βγει πολλά χρόνια, αλλά δεν έγινε γνωστό.
Όταν με ρωτάνε γιατί, φέρνω το εξής παράδειγμα: Το αυγό της χήνας έχει την ίδια θρεπτική αξία με το αυγό της κότας, αλλά είναι πιο μεγάλο. Το αυγό της κότας έχει επικρατήσει. Ξέρετε γιατί; Γιατί η κότα όταν κάνει το αυγό κακαρίζει, χαλάει τον κόσμο, ενώ η χήνα το κάνει και φεύγει (γέλια).

arleta vivlioκαιπάλιχαίρετε

Ήμουν τυχερή, που μου έδωσε ο θεός ευκολίες, άλλοι ίσως να τα λένε ταλέντα.
Δύο πράγματα είχα ανακαλύψει ότι διαθέτω από μικρή και σκέφτηκα ότι θέλω να κρατήσουν όσο ζω.
Γιατί ότι και να έχεις, αν το σπαταλήσεις ‘σώνεται.’
Και προσπαθώ να χειρίζομαι ότι διαθέτω, έτσι ώστε να διατηρηθούν όσο καλύτερα γίνεται. Το άλλο πρόβλημα με εμένα είναι ότι είμαι πάρα πολύ τεμπέλα.
Νομίζω πως αν γινόταν διαγωνισμός θα έπαιρνα το πρώτο βραβείο στην ακαταστασία και την τεμπελιά (γέλια).  Πρέπει να είναι ‘διανοητικό’ το πρόβλημα της ακαταστασίας μου.
Μόνο μέσα σε πέντε λεπτά, καταφέρνω να κάνω ένα ντουλάπι «σκορποχώρι».
Στο μόνο που είμαι σχετικά τακτική είναι στα σχέδιά μου και στα εργαλεία της δουλειάς μου.
Είναι σαν να ζω σε ορυχείο.
Ανακαλύπτω πράγματα που μάλλον είναι δικά μου, αλλά δεν θυμάμαι πώς βρέθηκαν εκεί.
Δεν το κάνω όμως επίτηδες, τίποτα από αυτά που κάνω δεν προκύπτει από προμελέτη, ποτέ.

-Ας μιλήσουμε λίγο για το τραγούδι. Ποια από τα τραγούδια σας είναι πιο σημαντικά για εσάς;

Έχω βγάλει τρία «σουξέ» (το Μια φορά θυμάμαι, τη Σερενάτα κ’ το Μπαρ το Ναυάγιο).

 

Τα οποία συμβαίνει να είναι σουξέ και επιτυχίες συγχρόνως.
Αν θες να πας ‘μπροστά’, πρέπει να έχεις μόνο αυτή την αίσθηση.
Εγώ πάλι δεν έχω καμία αίσθηση του σουξέ. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι τα τραγούδια που αγαπώ, είτε δικά μου είτε ξένα, να κρατάνε στο χρόνο.
Σαν να έχουν σταματήσει τον χρόνο, έστω για μια στιγμούλα.
Ένας καλλιτέχνης αυτό επιδιώκει συνήθως, ότι και να κάνει.
Τη ζωή μου τη μετράω, σαν τα πετραδάκια του Κοντορεβιθούλη, με τραγούδια και με σχέδια.
Μπορώ να πάω και να έρθω όποτε θέλω.
Δεν με ενδιαφέρει η υστεροφημία μου καθόλου και δεν ζητάω τίποτα.
Δεν είμαι φιλόδοξος άνθρωπος, με την στενή έννοια του καριερίστα.
Ίσως και να είμαι υπερβολικά αφελής για αυτόν τον ‘χώρο’.

Για κανένα χώρο δεν κάνω. Θεωρώ τον εαυτό μου ανεπάγγελτο.
Μπορούν μάλιστα να έρθουν να με συλλάβουν αν θέλουν, ως ανεπάγγελτη.
Είμαι ερασιτέχνης, υπό την έννοια ότι αγαπάω την τέχνη και είναι το μόνο πράγμα που με συμφιλιώνει με τους ανθρώπους. Όμως μέσα από την τέχνη μου έχω επιβιώσει.
Υπό αυτή την έννοια είμαι επαγγελματίας.
Χωρίς να κυνηγάω τη φήμη ή το χρήμα, αλλά ούτε και αυτά εμένα.
Έχουμε πάρει διαζύγιο αυτά κι εγώ.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Είμαι πολύ ευχαριστημένη, αλλά έχω ζήσει μια δύσκολη ζωή.
Μπορεί άλλοι να έχουν ζήσει δυσκολότερα από εμένα και κάποιοι να λένε ότι η ζωή μου ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα, αλλά δεν ήτανε.
Έχω αρρωστήσει πολλές φορές και κάποιες πολύ σοβαρά. Αλλά είμαι ευλογημένη πιστεύω, γιατί το να ξέρεις τι θες να κάνεις από παιδάκι, όπως ήξερα εγώ, είναι πάρα πολύ σημαντικό.
Είχα πολύ καλά παιδικά χρόνια και πολύ καλούς γονείς, που δεν με εμπόδισαν ποτέ να κάνω αυτό που θέλω. ‘Είμαστε τα παιδικά μας χρόνια’, είπε κάποιος ποιητής.

“Τα ήσυχα βράδια” δεν έγιναν ποτέ σουξέ.
Τα τραγούδησαν και «επίσημοι» καλλιτέχνες, γιατί εγώ σε όλη μου τη ζωή είμαι ανεπίσημη καλλιτέχνης και όσες προσπάθησα να φερθώ ως επίσημη ‘έφαγα τα μούτρα μου’.
Όταν πρωτοβγήκε λοιπόν αυτό το τραγούδι, αγαπήθηκε πάρα πολύ, από αυτούς που καταλάβαιναν, αλλά έγινε «σουξέ» δέκα χρόνια μετά. Πολλά από τα τραγούδια μου είχαν αυτή την τύχη.
Ακούει ο κόσμος τραγούδια είκοσι ετών και μου λένε ‘τι ωραίο το καινούριο τραγούδι’.
Είπα κάποτε ότι μπορεί να μην μπορώ να γεμίσω ένα στάδιο, αλλά θα μπορούσα να είχα κάνει θρησκεία. Ακούγεται πολύ βαρύ κάτι τέτοιο, αλλά υπάρχει κόσμος που σε όλη μου τη ζωή είναι μαζί μου.
Και τους είμαι ευγνώμων. Δεν το ήξερα, το κατάλαβα την τελευταία φορά που αρρώστησα.
Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι είναι πάρα πολύ νέοι άνθρωποι, αν και εγώ είμαι πάρα πολύ μεγάλη πια. Με «κόλλησε στον τοίχο» μια κοπελίτσα πριν λίγο καιρό, όταν σε μια επαρχιακή πόλη που έκανα μια παράσταση,  ήρθε με μια παρέα παιδιών να με δουν.
Μέσα σε αυτά ήταν και η κοπελίτσα, πολύ μοντέρνα, με σκουλαρίκια παντού, βαμμένη, με τα φρου φρου της κλπ Η οποία με πλησίασε κουνιστή και λυγιστή, την κοίταξα καλά καλά, πάνω από 16 χρονών δεν ήτανε, και της είπα ‘Εσύ βρε μαναράκι μου τι θες εδώ πέρα; Εγώ είμαι γιαγιά σου’. Γυρνάει και μου λέει, ρίχνοντάς μου μια φαρμακερή ματιά: ‘Είστε το μόνο πράγμα για το οποίο δεν διαφωνώ με την μαμά μου’ (γέλια).

“Τα ήσυχα βράδια” είναι του Λάκη Παπαδόπουλου και της Μαριανίνας Κριεζή. Σαφέστατα και το θεωρώ δικό μου τραγούδι, όχι με την έννοια της ιδιοκτησίας, αλλά με την έννοια της συγγένειας και της σχέσης που έχω μαζί του.
Δεν έχω τραγουδήσει ποτέ μου τραγούδι, το οποίο δεν μου άρεσε.
Έχω κάνει μηδέν εκπτώσεις.
Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό αυτό που λέω, αλλά δεν είναι.
Δεν έχω κάνει ποτέ κάτι το οποίο δεν ένιωθα ή δεν ενέκρινα.
Αυτό το θεωρώ ευλογία.
Ήμουν εξαιρετικά λιτή στον τρόπο που ζούσα και από πολύ μικρή κατάλαβα ότι όσο πιο πολλές ανάγκες δημιουργώ, τόσο λιγότερο ελεύθερη είμαι.

Είναι δώδεκα η ώρα, είναι η ώρα των τρελών κάπου θα σε συναντήσω,
κάπου θα σε βρω στα κελιά τους οι άνθρωποι,
ύπνο κάνουν ελαφρό είναι ελεύθεροι οι δρόμοι για κυνηγητό είναι δώδεκα η ώρα,
είναι η ώρα των τρελών βραχνό γέλιο αν ακούσεις,
κλείσε το ρολό λύκε, λύκε μου, καλέ μου λύκε, λύκε μου είσαι εδώ

βγαίνω από τη φωλιά μου και σε κυνηγώ
λύκε, λύκε μου, καλέ μου λύκε, λύκε μου είσαι εδώ
είσαι η μόνη μου ελπίδα και σ ακολουθώ
όμορφο μου προβατάκι τι γυρεύεις μες στο δρόμο
είμαστε όλοι μπερδεμένοι στο δικό του νόμο

Δόντια βγάζουνε τα αστέρια,
νύχια φύτρωσαν στους δρόμους,
ξέφρενη η νύχτα παίζει κλέφτες και αστυνόμους
όταν πέφτει το σκοτάδι βγαίνει ο λύκος στην πλατεία στη χαμένη πολιτεία και ζητά τροφή
κλειδωμένα είναι τα αρνάκια, ζαχαρένιο το κλειδί
κάτι απόμερα παγκάκια, θάμνοι και σιωπή
λύκε, λύκε μου, καλέ μου λύκε, λύκε μου είσαι εκεί
είναι η άγρια πλευρά σου που με συγκινεί

…..Είναι δώδεκα η ώρα, είναι η ώρα των τρελών όπου ανθίζει το σκοτάδι, όπου ανθίζει το σκοτάδι
Είναι δώδεκα η ώρα, είναι η ώρα των τρελών κάπου θα σε συναντήσω, κάπου θα σε βρω…..

«Ο Λύκος» είναι προϊόν του παλιού μου σπιτιού. Το οποίο βρισκόταν Δεληγιάννη και Τσαμαδού.
Στον περίφημο «πρεζόδρομο» των Εξαρχείων.  Ακόμα δεν είχε πεζοδρομηθεί ολόκληρος ο «πρεζόδρομος».
Είχε πεζοδρομηθεί από την πλατεία μέχρι την Τοσίτσα.
Το σπίτι μου ήταν στον πρώτο όροφο και είχε ένα μπαλκόνι στο οποίο, πότε χωρούσα και πότε δεν χωρούσα, ανάλογα με το αν ήμουνα φουσκωμένη ή ξεφούσκωτη.
Εγώ είμαι σαν το ακορντεόν, ανοιγοκλείνω σε όλη μου τη ζωή. Τώρα τελευταία έχω ανοίξει λίγο παραπάνω, πάντα ελπίζω όμως ότι μπορεί να κλείσω και πάλι.
Μια πολύ ωραία βραδιά λοιπόν, ήμουνα στο μπαλκόνι, χωρούσα εκείνη την εποχή, ώσπου είδα ένα κοριτσάκι να προχωράει στο δρόμο, φόραγε κόκκινα και κράταγε ένα καλαθάκι στο χέρι του.
Και από πίσω του ερχόταν ένα άλλο πλάσμα, σαν σκύλος, σαν ξωτικό.
Χαθήκαν και οι δύο προς στιγμήν και τότε άκουσα ένα φρικιαστικό ουρλιαχτό. Μετά από λίγο το κοριτσάκι ξαναγύρισε, μόνο που το καλαθάκι του φαινόταν πιο βαρύ.
Τότε κατάλαβα ότι ακόμα κι εκεί μας λένε παραμύθια.
Λοιπόν ο λύκος δεν την έφαγε ποτέ την κοκκινοσκουφίτσα, η κοκκινοσκουφίτσα τον κολάτσισε. Πήρε τα υπολείμματα του και τα πήγε στη γιαγιάκα της.
Από ‘κει ξεκίνησε “ο Λύκος”.
Αυτή την ιστορία δεν την λέω πια, γιατί μετά την έκαναν διαφήμιση.
Μετά το πρώτο στιχάκι ‘Είναι δώδεκα η ώρα, είναι  η ώρα των τρελών, κάπου θα σε συναντήσω, κάπου θα σε βρω’ έφαγα έναν ολόκληρο χρόνο για να βρω το υπόλοιπο και έγραψα κάπου μια πενηνταριά τετράστιχα για να μπορέσω να το βγάλω ολόκληρο.
Γι’ αυτό δεν γράφω πολλά τραγούδια, ξεκινάνε εύκολα και μετά για να τελειώσουν μου βγάζουν την ψυχή.
‘Η σχιζοφρένεια’ μου πήρε έντεκα χρόνια για να την τελειώσω.
Ήταν μια φράση που δεν μου κόλλαγε.

Ακόμα και τώρα υπάρχουν τραγούδια που τα έχω ηχογραφήσει, τα διορθώνω και μετά τα λέω διορθωμένα.
Ο κόσμος μπορεί να μην το καταλαβαίνει, αλλά εγώ αισθάνομαι πολύ ωραία…

 

Ήμουνα τυχερή και μάλιστα κακομαθημένη από αυτή την άποψη.
Την πρώτη συνέντευξη μου την πήρε ο Γιώργος Πηλιχός, ο οποίος ασχολείτο κυρίως με την όπερα.
Με κυνήγησε μια βδομάδα γιατί του άρεσε πολύ αυτό που έκανα, αλλά εγώ αρνιόμουν λέγοντάς του ότι δεν με ξέρει κανείς, άρα γιατί να ασχοληθεί (;)
Ήταν πάρα πολύ ωραίος άνθρωπος και αμέσως μετά γίναμε φίλοι.
Αν και είχε κυκλοφορήσει ο πρώτος μου δίσκος, ήμουν παντελώς άγνωστη και βρέθηκα με μια τετρασέλιδη συνέντευξη στον Ταχυδρόμο, για την οποία καυγάδισε για να μπει.

Η Ρηνιώ Παπανικόλα με βοήθησε επίσης πάρα πολύ, επιμένοντας να πουλάει τους δίσκους μου.
Κατά κάποιο τρόπο, μου άνοιξε τον δρόμο.
Εργαζόταν στον Ίκαρο, στο δισκογραφικό τμήμα.
Ο Αλέκος Πατσιφάς (Lyra) έπαιξε επίσης πολύ σημαντικό ρόλο, σαν παραγωγός.
Εμπιστεύτηκε ένα εντελώς άγνωστο και ελαφρώς μουρλό παιδί, όπως ήμουνα εγώ-με θεωρούσε την πιο αναιδή τραγουδίστρια που είχε περάσει ποτέ από τα χέρια του.
Ο Γιώργος Παπαστεφάνου έλεγε ότι ήμουν πολύ άγριο παιδί…
Έβγαλα κατευθείαν μεγάλο δίσκο με πολύ καλά τραγούδια.
Ότι έγινε στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι ξεκίνησε από τον Πατσιφά και τον Τάκη Λαμπρόπουλο.
Κάποιος πρέπει να κάτσει κάποια στιγμή να κάνει μια έρευνα για αυτόν τον άνθρωπο (Πατσιφά).

-Αλέκος Πατσιφάς…

Ο Πατσιφάς επειδή ήταν γαλλομαθημένος (είχε σπουδάσει στη Γαλλία), είχε την ιδέα να μεταφράσει τον όρο nouvellevague και έτσι να δημιουργηθεί το νέο κύμα.
Έφτιαξε μια καινούρια εταιρεία, αλλά δεν είχε χρήματα να προωθήσει γνωστούς καλλιτέχνες γι’ αυτό και προώθησε νέους. Πριν από αυτό όμως, λίγοι ξέρουν ότι εκείνος πρωτοξεκίνησε τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη και τόσους άλλους.
Όπως και όλη σχεδόν την παλιά φουρνιά τραγουδιστών, όπως είναι ο Πάριος κλπ
Είχε καταφέρει να συνδυάσει το εμπορικό με το ποιοτικό τραγούδι.
Για μένα αυτό είναι το ιδανικό. Επειδή έχω συνηθίσει έτσι, τα τελευταία 25-30 χρόνια υπολειτουργώ.
Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω αλλιώς τη δουλειά μου και να δέχομαι να κάνω ότι θέλουν οι άλλοι.
Βγαίνει κάτι από εμένα.
Ο κόσμος μπορεί να ανταποκρίνεται ή να μην ανταποκρίνεται, δικαίωμά του.
Δεν θα κοιτάξω να δω τι θες εσύ για να στο δώσω, γιατί τότε φοβάμαι πως σου κάνω ζημιά.
Ο Αντρέ Ζιντ είχε πει ‘Είναι καλύτερο να σε μισούν γι’ αυτό που είσαι,  παρά να σε λατρεύουν γι’ αυτό που δεν είσαι’.

-Λάκης Παπαδόπουλος…

 

Αν τραγουδάω ακόμα και σήμερα, φοβάμαι πως φταίει εκείνος.
Σε πολλά σημεία είμαστε τα άκρα αντίθετα, σε άλλα όχι.
Είναι πολύ ιδιόρρυθμη περίπτωση καλλιτέχνη, αλλά έχει μια γνησιότητα που ο κόσμος την καταλαβαίνει.
Με τον Λάκη συναντηθήκαμε κάπου το 1984 αν δεν κάνω λάθος.
Εγώ ξεκίνησα να τραγουδάω το ’66, άρα ήταν περίπου είκοσι χρόνια μετά την  αφετηρία μου.
Εκείνη την εποχή δεν ήθελα να συνεργάζομαι με κανέναν, αλλά εκείνος επέμεινε.
Το πρώτο τραγούδι που μου πρότεινε ήταν το «Έρχεται κρύο».
Και εγώ ως γνήσιο ψάρι, το δάγκωσα το αγκίστρι και σέρνομαι ακόμα με τον Λάκη…
Είναι πολύ έξυπνος και ταλαντούχος, αλλά και «χιματζής» με διάφορα στραβά που του τα περιμαζεύω όταν βρισκόμαστε.
Κι αυτός για εμένα λέει ότι είμαι πολύ σοβαρή και κάτι τέτοια (γέλια).
Παρόλο που είμαστε κόντρα, σεβόμαστε ο ένας τον άλλον.
Ξεκίνησε και παραμένει ροκάς ενώ εγώ τραγουδώ μπαλάντες.
Για κάποιον που ξέρει, όλο σχεδόν το δημοτικό τραγούδι, είναι μπαλάντες.
Η μπαλάντα είναι ένα αφηγηματικό τραγούδι, μια ιστορία.
Ο Λάκης λοιπόν, έχει γράψει μερικές από τις ωραιότερες  μπαλάντες  που έχουν υπάρξει (Τα ήσυχα βράδια, Σερενάτα κ.ά.) Άλλη μεγάλη ιστορία είναι η Μαριανίνα Κριεζή και οι στίχοι της…

-Γιώργης Χριστοδούλου…

Αρλέτα κα Σάννυ Μπαλτζή

Αυτός είναι γιός μου. Είμαι η μαμά του γενικώς. Όχι μόνο στο τραγούδι. Τον Γιώργη τον αισθάνομαι σαν παιδί μου.
Δεν θα ήταν τυχερός αν όντως ήμουν η μαμά του, γιατί δε νομίζω ότι κάνω πολύ για μαμά, αλλά τον αγαπώ όπως ακριβώς θα αγαπούσα ένα παιδί μου.
Τα παιδιά μου είναι ο Γιώργης και η Σάννυ Μπαλτζή. Όταν έχεις περάσει αυτά που έχω περάσει εγώ, μετράς τους ανθρώπους αλλιώς.
Είχα ένα σκυλάκι, το οποίο αγαπούσα πάρα πολύ και το οποίο έφυγε «πλήρης ημερών» πριν από δύο χρόνια, έζησε ως τα 19.
Όταν αρρώστησα, τον φρόντιζε μια φίλη μου, αλλά έπρεπε να φροντίζει και εμένα, ποιόν να πρωτοπρολάβει;
Και έτσι τον ανέλαβαν η Σάννυ και ο Γιώργης.
Παρόλο που η Σάννυ είχε το μικρό παιδί της να φροντίσει, τον κράτησε δυο μήνες.
Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ μου.
Και μετά τον πήρε ο Γιώργης, που έμενε σε ένα σπίτι, όπου κανείς δεν ήθελε τον σκύλο.
Τους αγνόησε και τον κράτησε έναν μήνα.
Μετά έπρεπε να φύγει για λίγο και το σκυλάκι πήγε κάπου αλλού, όπου κόντεψε να πεθάνει.
Γιατί το σκυλάκι ήθελε παρεούλα, δεν ήθελε μόνο φαί και νερό.
Αυτό λοιπόν που έκαναν αυτά τα παιδιά για εμένα, ήταν πάρα πολύ σημαντικό.

Και τώρα που μιλάμε είναι το όγδοο θαύμα.
Εμένα μου έσωσε τη ζωή ένας γιατρός, ένας νευροχειρουργός, ονόματι Βασίλης Σλαντινόπουλος.
Από μια άποψη είναι μπαμπάς μου.
Φέτος έσβησα κεράκια τεσσάρων χρονών (γέλια).
Εχω πολλές ηλικίες εγώ.
Νομίζω έχω τέσσερεις-πέντε.
Αλλά μία μου αρέσει. Θέλω να μείνω πέντε χρονών.
Ήμουνα πολύ ωραία τότε. Μετά άρχισα να χαλάω.
Ήμουνα πιο χαριτωμένη, πιο έξυπνη.
Θυμάμαι πράγματα από ενάμιση έτους.
Στο σπίτι που μεγάλωσα, έμενε μια οικογένεια, γνωστή αθηναϊκή, μάλιστα το ένα από τα μέλη της είναι πολιτικός. Μεγαλώσαμε μαζί, αυτοί από πάνω και εμείς από κάτω, η αδελφή μου κι εγώ.
Κατεβαίνανε τα παιδιά και παίζαμε όλοι μαζί στην αυλή.
Ήτανε τρία παιδιά, η μεγάλη αδελφή, το μεσαίο αγοράκι και το μικρό.
Το τέταρτο δεν είχε γεννηθεί ακόμη.
Μια μέρα που κρατούσε η μαμά τους αγκαλιά το ένα παιδί και είχε το άλλο στο καρότσι, την χτύπησε ένα στρατιωτικό φορτηγό, σκότωσε το ένα παιδάκι, άφησε τη μητέρα σε κώμα για κάμποσο καιρό, ενώ το παιδάκι στο καρότσι γλίτωσε ως εκ θαύματος.
Εγώ με το παιδάκι αυτό ήμουν φίλη, μάλιστα όταν άκουγα ότι τον έδερνε η αδελφή του ανέβαινα πάνω και έδερνα αυτήν (γέλια).
Σαράντα πέντε χρόνια μετά, έρχεται η κυρία αυτή με το μωρό εγγόνι της, επίσκεψη στο σπίτι μας, ήταν φίλες με τη μαμά μου.
Βλέποντας την ομοιότητα του μωρού, με τον φίλο μου, το παιδάκι που χάθηκε τότε στο δυστύχημα, της το είπα.
Και πράγματι αφού επέστρεψε στο σπίτι της, έψαξε και βρήκε μια φωτογραφία, όπου διαπίστωσε την καταπληκτική ομοιότητά τους.

Η 72χρονη ερμηνεύτρια, η οποία στις αρχές του Φεβρουαρίου 2017 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο μαζί με έμφραγμα, νοσηλευότανε στο νοσοκομείο  ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΕΙΟ “ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ”, χωρίς σημάδια βελτίωσης.

Η ιατρική ομάδα του θεραπευτηρίου παρακολουθούσε επί 24ώρου βάσεως την κατάσταση της υγείας της, περιμένοντας μια θετική εξέλιξη, για την οποία προσεύχονταν καθημερινά οι ελάχιστοι συγγενείς και οι φίλοι, που πριν από λίγες ημέρες αναθάρρησαν, επειδή η Αρλέτα βγήκε από την καταστολή.
Ομως, η χαρά τους δεν κράτησε πολύ, αφού δεν υπήρξαν άλλα ενθαρρυντικά νέα.

Ο διοικητής του Νοσοκομείου «Αγία Ολγα» Μιχάλης Κούρτης μίλησε  για την κλινική εικόνα της και ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικός: «Εχει βγει από τα μηχανήματα. Είναι ξύπνια και αναπνέει μόνη της. Ωστόσο οι θεράποντες γιατροί δεν κρίνουν σκόπιμη τη μεταφορά της -προς το παρόν- από τη ΜΕΘ σε κανονικό δωμάτιο». Το έμφραγμα έχει κάνει τόσο μεγάλη ζημιά στον οργανισμό της Αριάδνης-Νικολέτας Τσάπρα, όπως είναι το πραγματικό όνομά της, που δεν επέτρεψε στους γιατρούς να επέμβουν και να τοποθετήσουν stent.

Θλίψη! Έφυγε από τη ζωή η Αρλέτα

«Τον δικό μου θάνατο δεν τον φοβάμαι», είχε δηλώσει η Αρλέτα σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις.
Η «Ελληνίδα Τζόαν Μπαέζ», όπως είχε χαρακτηριστεί, είχε πει στους δικούς της πως επιθυμία της ήταν να αποτεφρωθεί γεγονός που θα συμβεί τις επόμενες ημέρες, ενώ θαυμαστές, συγγενείς και φίλοι θα έχουν την ευκαιρία να την αποχαιρετήσουν στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.

Πριν επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας της είχε μπει στο στούντιο και ηχογράφησε τα τελευταία της τραγούδια με τον Λάκη Παπαδόπουλο και τη Σάννυ Μπάλτζη.
Η μουσική, ήταν η μεγάλη της αγάπη και έτσι την αποχαιρέτησε.

Η είδηση του θανάτου της  στις 8 Αυγούστου 2017 έγινε γνωστή μέσα από τον προσωπικό λογαριασμό της Sunny Μπαλτζή στο facebook, η οποία έγραψε:

“Η μοναδική μας Αρλέτα έφυγε πριν λίγο ήρεμα και τρυφερά όπως έζησε.
Καλό ταξίδι αγαπημένη μου ερήμωσε ο κόσμος μας

“Ακόμα κι αν φύγεις
για το γύρο του κόσμου…
θα είμαστε πάντα μαζί
Και δε θα σου λείπω
γιατί θα `ναι η ψυχή μου
το τραγούδι της ερήμου
που θα σ’ ακολουθεί…”

Με τον δικό του τρόπο είπε το αντίο του στην φίλη του, Αρλέτα που «έφυγε» από τη ζωή.
Ο Λάκης Παπαδόπουλος πόσταρε στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook, το τραγούδι «Τα ήσυχα βράδια» ερμηνευμένο από την τραγουδοποιό.
Δεν σχολίασε κάτι καθώς κάποιες φορές δεν χρειάζονται λόγια για να περιγράψουν αυτό που νιώθεις. Το τραγούδι που πόσταρε ήταν αρκετό.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

Published May 8, 2017 by elipep2001

Κάθε φορά που τον συλλογιέται τρέμει γλυκά, μήπως φανεί. Γεμίζει στάχτες κάθε γραπτό της, φιλιά, που καήκανε εντός της.
Λέξεις δε βρίσκει να του γράψει έχουν σε αιώνες μοναξιάς ταφεί.
Σκέψεις τσαλακωμένες, πεταμένες, στην πυρκαγιά της σιωπής.
Βγαίνουν καράβια τα όνειρά της για τη δική της Αμερική. Ένα να φτάσει, η καρδιά της, κι ο στόλος της ας βυθιστεί..
Θα ήταν όμορφη η ζωή της αν την ένιωθε μια στιγμή. Θα ήταν αρκετό για να υπάρξει σ΄ένα του όνειρο, νύχτας φιλί..!

Και ξημερώνει μέρα άγρια,  βορά στον βόρειο άνεμο..
Με τα μάτια κλαμένα αποχαιρέτησε τον εαυτό της, και συστήθηκε άλλη μια φορά στον καθρέφτη.
Συστήθηκε, όχι για να το πιστέψει.. Μα για να το πιστέψουνε, εκείνοι, που σιωπηλά παρακολουθούσαν, κάθε της κίνηση.
Όμως Γελάστηκαν!
Το είδωλό της, περάσανε για κείνη.
Εκείνη που τον ήξερε, στον ουρανό κοιτούσε, τις νύχτες που άθελά της ονειρευότανε και δραπέτευε,  μήπως κάπου τον συναντούσε..
Θα γνώριζε το φως του . 
Γιατί μόνο αυτό μπορούσε να φωτίσει τις ώρες που σεργιανούσε η μοναξιά της..!

… Εκεί, στην άκρη της ερήμου υπάρχουν κάποια όρια. Κανείς δεν τα ξέρει πριν τα διαβεί, κανείς δεν γνωρίζει πριν τα φτάσει, αν έχει το κουράγιο να τα περάσει ή όχι. Αόρατα σύνορα, που χωρίζουν τον κόσμο στα δυο.
Τον κόσμο σου.
Στον πριν και το μετά, που δεν αντέχει το ένα το άλλο. Και συνήθως, το πριν νικά τις ανατροπές.
Βολική είναι η άμμος, για να σβήνουν τα ίχνη βημάτων που δεν οδήγησαν πουθενά.. κάπως έτσι θα έπρεπε να σβήνουν κι οι μνήμες.
Και δεν είναι κατανοητό, γιατί αυτό δεν συμβαίνει, σε ένα κόσμο πλασμένο από αμνησία…!

“……Σ΄ έχει τάξει η μοίρα στης καρδιάς την αλμύρα, όσα νιώθεις πλημμύρα στων ματιών σου το φως.
Μ΄ ένα πέπλο σιωπής το πρόσωπό σου σκεπάζεις το τσιγάρο πληγή που στα χείλη ανάβεις.
Ραγισμένα καράβια σε καλούνε ξανά,με σχισμένα πανιά σε ταξίδια μεγάλα.
Κι η ψυχή σου σκορπά στους ανέμους, το κύμα, την αγάπη ζητά σε δυο μάτια γαλήνια.
Στό΄χω πει, σ΄αγαπώ, όπου είσαι και γω, θα με βρεις στον βυθό στα πιο μαύρα κοράλλια……”
Στα αστέρια, αγκαλιά σα να φοβάσαι στη γη και κοιτάς στα ψηλά, και ελπίδα γυρεύεις.
(Νικολας Νικολοπουλος)


Η νύχτα γλυκιά με την απουσία του. Γλυκιά, σε αυτά που την κάνουν να θυμάται,
…. μα και σκληρή…
…..Κρύα…..
Τις ώρες εκείνες που μέσα στη θολή της θλίψη, πίστευε πως είναι κάπου εκεί και χαμογελά..
Του μιλά, μα  δεν απαντά.
Και τότε ξυπνάει.. στην πραγματικότητα που δε γράφει το όνομά του.

Μερικές φορές σκέφτεται, πως αν είχε μια δεύτερη ευκαιρία, ίσως έκανε πάλι τα ίδια λάθη.. Ίσως  να περίμενε εκείνον να καταλάβει πιο πολλά από όσα του έδειχνε, να διάβαζε τις σκέψεις της … τις ανάγκες της.
Όμως αυτή έτσι ήταν…
Μπορούσε να αλλάξει μόνο για λίγο, επειδή ο χρόνος ξαναφέρνει στο φως όλες τις κακές μας συνήθειες.
Έπειτα, ούτε εκείνη μπόρεσε  να  διαβάσει εκείνον..  Φορούσε στολή παραλλαγής.. 
Ακόμη και αυτη την μέρα της έκρηξης, την μέρα που εκείνη έχανε κάτω από τα πόδια της ό,τι  σαν τυφλή θεωρούσε δεδομένο.
Εκείνον.. ,,,
… την ζωή της κοντά του.

 

Το έμαθε πια, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όλα πρέπει να κερδίζονται ξανά και ξανά… να χτίζονται διαρκώς καινούργια γεφύρια.
Κι όμως , ακόμη δεν γνώριζε αν μπορούσε να την ωφελήσει αυτή η γνώση. Αν της  έκανε καλό. …
Είχε τη δυνατότητα να προσπαθήσει, μα αληθινά δεν γνώριζε  πόσο .. το χειρότερο, τρύπωσε μέσα της ο φόβος.
….. Η αμφιβολία….
Και αν ακόμα κάποια στιγμή υπήρχε περίπτωση να πραγματοποιηθει η επιθυμία της να τον ξαναδεί  και να αρχίσει ότι έμεινε μισό, το δηλητήριο του φόβου θα μετρίαζε την χαρά της.
Και δεν θα ήταν χαρά, ούτε ο θάνατος που ένοιωσε με την άδικη απόρριψή του ..

Θα ήθελε ακόμα να του πει, πως για τα πιο μεγάλα ταξίδια, φτάνει μια αγκαλιά, μόνο.
Πως, κάθε φορά που γυρνάς την πλάτη, ότι και να σε ανάγκασε, χάνεις ένα κομμάτι από τον καλύτερο εαυτό σου, Και βάζεις υποθήκη την ζωή σου στην μοναξιά…
Πως πάντα δεν φταίει ο ένας.. το φταίξιμο ανήκει και στους δυο.. Μόνο που η ζυγαριά γέρνει σε κάποιον κάπως περισσότερο…
Ίσως να ήτανε αλλιως  αν της φανέρωνε,  πόσο πολύ πάλεψε με τον εαυτό του για αυτη του την απόφαση..  χωρις  να αφήσει να γεννηθεί και να μεγαλώσει ένα ποτάμι υπόγειο, που στο τέλος θα σάρωνε τα πάντα.

“Είν΄η αγάπη σα νερό που τη ζωή ποτίζει γλυκά κυλά στο μάγουλο τον πόνο σα χαρίζει.
Άλλους τους κάνει άγγελους και άλλους τους κολάζει άλλους τους πάει στον ουρανό κι άλλους στη γη τους βάζει…!
Σα θα το βρεις το σ΄αγαπώ, φως των ματιών σου βάλτο σήμαντρο μέσα στην καρδιά στην αγκαλιά σου πάρτο.
Να το προσέχεις σα παιδί να το φιλάς σαν κόρη, σα βασιλιά να το ακούς και σα θεό, να τό΄χεις.
Γιατί Θεού είναι πνοή και στέμμα στη καρδιά σου, μα όταν μείνει ορφανό θα γίνει συμφορά σου….!”
(Νικόλας Νικολόπουλος)

“Σμίξανε μέλλον, παρελθόν και γέννησαν το τώρα.
Και γω που πάντα έψαχνα χώρο για να υπάρξω στην αγκαλιά τους τρύπωσα
θανάτους να ξεχάσω.
Συνάντησα όσα έζησα και όλα όσα ποθούσα,
με ένα φιλί ερωτικό κοντά σου να τα ζούσα!
Ένα φιλί όπου κανείς ποτέ δε θα το πάρει
δε θα υμνήσουν ποιητές, δε θα το δει φεγγάρι.
Γιατί ποτέ δε δόθηκε στο μέλλον μας ταμένο
μα και θαμμένο από καιρό, σε χάρτες ξεχασμένο..”
(Νικόλας Νικολόπουλος)


Η σιωπή, ήρθε σαν επακόλουθο της  πικρης χαράς…
Μιας πικρής ανάμνησης που το σώμα ως πιο σοφό δέχθηκε, μα η ψυχή αρνιότανε πεισματικά να λησμονήσει.
Άραγε τι θα ήταν η ψυχή χωρίς σώμα;
Πως θα μάθαινε να υμνεί τον έρωτα, τον πόνο, πως θα ήταν δυνατό να νιώσει τον πόθο;
Μια Ανάσα βαθιά…
Σκέψεις που ενώ φαντάζουν λαμπερές και υπέροχες καταλήγουν σε μια ουτοπία…
Το μόνο που μένει είναι μια γλυκόπικρη γεύση .. ένα γκρέμισμα ονείρων ένα ταπείνωμα μιας ερωτευμένης ψυχής που γεύεται την παράλογη όψη της ζωής..

Ο νους ονειροβατει και ξυπνά σκέψεις που ο αέρας δυνητικά επαναφέρει στο νού.. Πρέπει να ξεχάσει… 
Οτι φεύγει δεν ξανάρχεται .. κι αν έρθει πάλι… τίποτα δεν θα θυμίζει εκείνο που έφυγε.. Το ήξερε πολύ καλά αυτό..

Η μέρα έρχεται σιγά σιγά.. ο ήλιος αρχίζει να τρεμοπαίζει με τις ακτίνες του δίνοντας ένα μήνυμα ότι σε λίγο θα φωτίζει υπέρλαμπρα τη γη.
Κοιτάζει το νερό της μικρής λίμνης έξω απο το παράθυρό της που παιχνιδίζει με χίλιες αποχρώσεις παίζοντας κυνηγητό με τις ατίθασες ακτίνες του  άρχοντα ήλιου.
Το πρωινό φως , θα σκεπάσει απαλά τα όνειρά της… τις σκέψεις που την ενοχλούν.. Μια καινούρια μέρα ανατέλλει…

Η νύχτα πέρασε, και το πάθος έγινε άσπρο μελαγχολικό καράβι. Ο νους, σιωπηλά έστεκε στην προκυμαία.. περίμενε….
Τα όνειρα που έβλεπε  με τα μάτια ανοιχτά, έγιναν αχνά .. σχεδόν θολά από δάκρυα αγάπης.
Από τα πιο όμορφα δάκρυα της ζωής της…
Νέφη τα μάτια σκοτεινιασμένα, η μέρα κρύφτηκε πίσω από τα σφαλισμένα βλέφαρα.Τι να βαστήξουν δυο μάτια κλειστά σαν είδαν τη θάλασσα, κι ακόμα ταξιδεύουν; Δεν ήτανε το πλοίο δικό της, κι ας το αγάπησε… Ας μέρωσε το τραχύ ξύλο του με της αγάπης τα “θέλω”, η δύναμή της  ήταν μικρότερη από τη δύναμη που έχουν τα κύματα.
Από τον πόθο της ψυχής  να ταξιδέψει πιο πολύ…

Λιμάνι μικρό η αγκαλιά της, δε τον χωράει πια. Τα πανιά ορθάνοιχτα και φουσκωμένα παρά τον “αναποδιάρη” καιρό.
Η καρδιά της δεν  έμαθε ακόμα, πως για τα πιο μεγάλα ταξίδια φτάνει μία αγκαλιά…..
Κι η νύχτα ήταν όλη βάρος δικό της. Δεν ήθελε να τον δει να φεύγει … Μόνος,,, χωρις εκείνη….

“Ξημέρωσε” είπε στις σκέψεις της,…. “φύγετε πιά….” 

Βάστηξε όλα τα άγρια κύματα, έκανε σιωπή στο μουγκρητό τους έκανε σιωπή να ακούει μόνο τους κτύπους της καρδιάς της.
Τίποτε άλλο. ” Είμαι μαζί σου, πάντα..” ήταν τα λόγια που ψέλλισε άθελά της..
Μα το ταξίδι είχε αρχίσει, προτού βάψει το αντίο της κόκκινο, σαν την Ανατολή. Άνοιξε τα μάτια, κι η Ανατολή ήταν μόνο για κείνη…
Η θάλασσα λευτερώθηκε, κι αθόρυβα, όχι καθώς περίμενε, την τράβηξε μέχρι τον μαύρο βυθό της. Της έδωσε την αγκαλιά που εκείνος πια δε μπορούσε….την έπιασε βίαια ο ήλιος από το χέρι, και την έσυρε μαζί του, πάνω από την θάλασσα.
Άφησε πληγές στο χέρι.
Κοιτάζει τις πληγές, μα ο πόνος ξεκινά από της ψυχής το ρίζωμα . Κι είναι όνειρο κακό, να ζει και να μη μπορει να ξυπνήσει. Χωρίς εκείνον, να υπάρχει….

Γρήγορα οι σκέψεις αφήνουν την πραγματικότητα να ανατείλει ..
Η βόλτα του ΠΡΙΝ άρχισε να περπατά με γρήγορα βήματα να προλάβει το ΤΩΡΑ..

Ευτυχώς τα όνειρα της νύχτας τα παίρνει το φώς και τα διαλύει…
Η ζωή καθώς προχωράει διώχνει όλα τα σύννεφα και ανοίγει καινούριους προορισμούς με οδηγό την ελπίδα.. την αισιοδοξία και την ευτυχία…

(Elipep απο το blog μου nostalgikos anemos  “ταξιδια του νου” )

ΚΙ ΑΦΟΥ ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΙΔΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΤΙ ΠΗΓΕ ΛΑΘΟΣ

Published April 29, 2017 by elipep2001


Είναι κάτι πρόσωπα, που ακόμη και τώρα στο άκουσμα του ονόματός τους τρέμεις.

Που τα ψάχνεις στο πλήθος και νομίζεις ότι τάχα μου τα βλέπεις και φουντώνεις με τον ίδιο τρόπο, όπως τότε. Οι παλμοί σου εκτοξεύονται και τα πόδια σου δε σε κρατάνε. Δεν έχει σημασία που ο καιρός πέρασε και ο χρόνος στο πέρασμα του έκλεισε τις πληγές. Εσύ, τα θυμάσαι και φουντώνεις ακόμα. Γιατί κάποια πρόσωπα δεν τα ξεπερνάμε ποτέ και τα κουβαλάμε πάντα μέσα μας.

Οι άνθρωποι αυτοί είναι όσα κάναμε δικά μας, μα ποτέ δεν κατακτήσαμε. Είναι όσα δε συνέβησαν με τον τρόπο που τους άξιζε, με τον τρόπο που δικαιούνταν. Μαζί τους ένιωσες τα πιο ακραία συναισθήματα. Είδες τον εαυτό σου σε μια εκδοχή του, που δε φανταζόσουν ότι υπήρχε. Τους αφέθηκες χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς δισταγμούς. Γιατί τους γούσταρες πολύ. Τους πόθησες παραπάνω απ’ όσο άντεχες. Και το ένιωσαν κι αυτοί μαζί σου. Άλλωστε, αν δεν ήταν αμοιβαίο δε θα μιλούσαμε για έρωτα.

Η χημεία σας εκρηκτική, εσύ στην καλύτερη σου εκδοχή και οι στιγμές που ζήσατε οι πιο πολύτιμες αναμνήσεις. Ένταση που δεν κατάφερες να νιώσεις ξανά, πάθος που δεν ήξερες πως υπάρχει. Ποτέ τίποτα επόμενο δεν μπόρεσε να σ’ ολοκληρώσει με τον ίδιο τρόπο. Όσο κι αν θέλησε. Όσο κι αν προσπάθησε.

Κι αφού όλα ήταν τόσο ιδανικά κι αμοιβαία, τι πήγε λάθος θα μου πεις;

Η ζωή, μάτια μου. Γιατί παρά τα όσα νιώσατε, δεν καταφέρατε ποτέ να είστε μαζί. Δεν μπήκατε ποτέ σε σχέση, δεν ηρεμήσατε. Δεν ησύχασε ούτε ο έρωτάς σας. Άλλες φορές φταίει το timing, άλλες οι διάφορες συνθήκες και κάποιες άλλες απλώς ο ένας τρόμαξε.

Οι μεγαλύτεροι έρωτες δε γίνονται ποτέ σχέσεις. Κάποιοι, μάλιστα, λένε πως δεν ξυπνάνε και στα ίδια κρεβάτια. Μερικές φορές είναι ιστορίες που ντρέπεσαι να πεις, ιστορίες που θέλεις να κρύψεις. Λες και υπάρχει ανήθικος έρωτας. Κάποιες άλλες φορές είναι ό,τι πιο όμορφο έχουμε ζήσει, η δική μας παραφροσύνη, που δεν άντεξε μέσα στην τόση πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι οι άνθρωποι που μας μύησαν στον έρωτα, που μας έμαθαν να αγαπάμε κι ας έφυγαν ύστερα από λίγο. Είναι τα πρόσωπα που μπήκαν κάτω από το δέρμα μας και δεν έφυγαν από μέσα μας παρά την προσπάθεα.

Γι’ αυτό οι έρωτες αυτοί δεν ξεθυμαίνουν και ποτέ, δεν ξεθωριάζουν. Γιατί δεν βρήκαν πουθενά καταφύγιο, γιατί δεν άραξαν σε κανένα λιμάνι, γιατί γεννήθηκαν καταδικασμένοι να πεθάνουν και προκειμένου να σωθούν φώλιασαν μέσα μας.

Τους έρωτες αυτούς δεν τους ξεχνάς εύκολα. Γιατί μαζί τους μεγάλωσες κι έμαθες. Εξαιτίας τους έγινες αυτό που είσαι τώρα. Μπορεί να μη μιλάς πια γι’ αυτούς, να αλλάζεις θέμα όταν η κουβέντα πάει εκεί και να γυρνάς το κεφάλι από την άλλη. Το μούδιασμα, όμως, κι εκείνο το γνώριμο τσίμπημα το νιώθεις ακόμη.

Όσα χείλη κι αν φιλήσεις πάντα τα δικά τους θα ζητάς. Σε όσα κρεβάτια κι αν ξαπλώσεις πάντα στα δικά τους θα εύχεσαι να είχες ξυπνήσει. Κι άθελα σου όσα βήματα κι αν κάνεις μπροστά πάντα θα γυρίζεις πίσω.

Τα πρόσωπα που ερωτευτήκαμε παράφορα και ζήσαμε μαζί τους ένα «παραλίγο μαζί» είναι η μεγαλύτερη κατάρα και η καλύτερη λύτρωση. Είναι τα «αν» που σε στοιχειώνουν ακόμα, είναι το τρίτο ποτό. Είναι τα ξενύχτια, τα τσιγάρα και τα δάκρυα.

Κι αν δεν το έχεις ζήσει, αν δεν το ‘χεις νιώσει δε θα καταλάβεις καν για τι μιλάω, θα σου φανώ υπερβολική και παράλογη. Αλλά εκείνοι που το ένιωσαν ξέρουν.

Γράφει η Ελευθερία Ηλιοπούλου
(πηγη: anapnoes.gr)

Φορτωμενοι ονειρα

Published August 21, 2016 by elipep2001

πεπρωμενο

Τίποτα δεν είναι σταθερό στη ζωή μας.. 
Ενα ποτάμι που κυλάει ήρεμο άλλες φορές άγριο με περιοδικούς ανέμους που τα συμπαρασύρει όλα και άλλοτε γεμίζει κίτρινα  ξερά φύλλα και σπασμένα κλαδιά απο το δένδρο της καρδιάς μας, γεμίζοντας τις όχθες του με άχρηστα αντικείμενα κι άλλοτε πλέει καθάριο με ήρεμους παφλασμούς καθρεπτίζοντας τον ήλιο με τις χρυσες ακτίνες του στα νερά του, χρωματίζοντας με παλ αποχρώσεις το ουράνιο τόξο και το καθαρό μπλέ του ουρανού.

Έτσι ειναι και οι στενοχώριες , τα βάσανα, οι απελπισίες, οι χαρές και οι ευτυχισμένες στιγμές που βαραίνουν ή ευφραίνουν την ψυχή μας.. Τίποτε δεν μένει σταθερό.. όπως έρχονται έτσι φεύγουν .. 
Η διαρκειά τους μπορεί να είναι περισσοτερη απο όσο περιμένουμε αλλά κυλάνε.. όπως το νερό απο το ρυάκι που τρέχει ακαταπαυστο συμπαρασύροντας τα πάντα μέχρι να βρει διέξοδο στο ποτάμι ή στη θαλασσα.
Τα συναισθηματα μας αλλάζουν.. Η κακία διαδέχεται την καλοσύνη, η μιζέρια την ευημερία, η λύπη τη χαρά και πάει λέγοντας και έτσι η κάθε μέρα μας παίρνει άλλο χρώμα, δεν μοιάζει καθόλου με την προηγούμενη.
Τι μένει λοιπόν?? 
Τι αντέχει σε όλη αυτή τη διαδικασία μέσα μας, δίπλα μας???

Η αγάπη.. ΝΑΙ η αγάπη..

Η αγάπη, αυτή που νοιώσαμε για ανθρώπους, που θα αντέξουν στο πέρασμα των εποχών, που έκοψαν ένα λουλούδι απο το δέντρο της καρδιάς τους και μας το προσέφεραν απλόχερα, γενναιόδωρα, ταπεινά..

Αυτή η αγάπη και αυτά τα δώρα δεν χάνονται, δεν παρασύρονται απο το ρεύμα, απλώνουν ρίζες, βαθαίνουν στο χώμα, γίνονται αξεδιάλυτα κομμάτια αυτού που είμαστε, αλλάζουν και εξελίσσονται μαζί μας, χτίζουν ένα ”εμείς”.. 
Ο άνεμος της νύχτας φυσάει πάνω σ’ αυτόν που κάνει όνειρα, σκυφτός .Πάνω σε λέξεις που είναι ο φλύαρος ήχος της ζωής.
Ό,τι άλλο κυλά και φεύγει, άνθρωπος, σχέση, συναίσθημα, είναι μία προσπάθεια για τούτο το όνειρο του ”εμείς”.. Μια προσπάθεια που δεν βρήκε γόνιμο έδαφος, δεν έφτιαξε γερές ρίζες, και παρασύρθηκε απο τα ορμητικά νερά… 
Ίσως άφησε πίσω της μία άδεια, σκαμμένη γη, ένα κενό να μαρτυρά πως κάποτε εκεί υπήρξε ένα ομορφο μικρό λουλούδι.. Αυτή η ανάμνηση όμως, αυτό το κενό, θα γίνει το λίπασμα για ένα νέο λουλούδι, πιο γερό, πιο ανθεκτικό, πιο πλούσιο σε καρπούς… 
Μέχρι να ανθίσει ένα πανέμορφο ”εμείς”..

Κάθε ενας , Φορτωμένος όνειρα, βιώματα και προσευχές, παίρνει το δρόμο, το δρομάκι το παλιό, που πάει προς το γεφύρι…
Κουβαλά στους ωμους του ένα μπόγο βαρυ που απο τις άκρες του ξεχυνονται οι προσδοκιες.
Ο δρόμος που βαδίζει είναι τραχύς, γεμάτος απο αγκάθια και πέτρες.. όμως είναι αποφασισμένος να περάσει στην απέναντι όχθη.
Θέλει να περάσει το γεφύρι να βρεθεί σε άλλους κόσμους εκεί που έχουν στήσει χορό τα όνειρά του και τον περιμένουν να χορέψει στους ξέφρενους ρυθμούς τους..
Εκεί που η φύση έχει υφάνει ένα χαλί χρυσοποίκιλτο, με όνειρα και προσδοκίες σε δρόμους και ορίζοντες  ανθισμενους  με τα πιο σπάνια φυτά και χρώματα της ελπίδας.
Γύρω του παρότι οι δρόμοι είναι δύσβατοι υπάρχουν χρώματα και εικόνες όμορφες.. μοσκοβολιες απο ανθη λεμονιάς, πορτοκαλιάς..,  ακούσματα πουλιών με κελάηδημα αηδονιών και καρδερίνων.. που του χαϊδεύον γλυκά τ’αυτιά και του δινουν ελπίδα και κουραγιο για να συνεχίσει τον δύσκολο δρόμο..
…… ” Αν ο χρόνος μου είναι η σκέψη, 
Ο τόπος μου είναι το νόημα. 
Τα μέσα μου είναι τα φτερά 
Και ασαφής ο σκοπός μου.Αν ο σκοπός είναι ο χρόνος μου,
Η σκέψη μου είναι τα φτερά.
Το νόημα είναι τα μέσα μου
Και ακαθόριστος ο τόπος.

Αν τρέμει το νερό στην πηγή του,
Το κλάμα εκείνου που διψά δεν ακούγεται.
Κάποιος πέταξε και του ‘φερε να πιει,
Για να ‘χει η σκέψη του νόημα…….” ( ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ)

γεφυρα ελπιδας

Απάνω στο γεφύρι που περπατά, ρουφά ξανά την ομορφιά της ζωής αυτη που τον γέννησε και τον έπλασε να είναι αγρίμι και να ορμά να αρπάξει τα θέλω του, τα πάντα που έχει ονειρευτεί για ένα όμορφο αύριο..
Κάποιες σιγμές γυρνώντας το κεφάλι του προς τα πίσω αναζητα τα παλιά του χνάρια ξέρει ομως ότι δεν υπάρχουν πια ο χρόνος ο άνεμος και το ρυάκι απο κάτω του τα έχουν εξαφανίσει και κάποια απομεινάρια που άφησαν είναι πληγές που ακόμα ματώνουν.

Ο μπόγος που έχει στην πλάτη του  ο γεμάτος όνειρα, βιώματα και προσευχές, τον κτυπά διακριτικά απαλά με φιλική διάθεση και του θυμίζει ότι το γεφύρι τελειώνει και σε λίγο θα βρεθεί στην άλλη όχθη. Παρηγοριά??? Υπενθύμιση??? Ριζικό.???
Μια είναι η αλήθεια..

Το καινούριο ξεκίνημα..

Το γοργό βήμα είναι αυτό που θα προλάβει τις σταγόνες της βροχής που πίσω του αργά – αργά θα σβήσουν όλα τα απομεινάρια της λασπωμένης πληγής του.

……. Οπως στο όνειρο που επιμένει  στο απίθανο και διαρκεί το ένα δευτερόλεπτο μετά το άλλο,
Και γίνεται ολοένα πιο απίστευτο —
Σαν να γύρισες αργά το πρόσωπό σου και το φως του ήλιου αγκάλιασε τις αισθήσεις σου.. και φώτισε με τις λαμπερές του ακτίνες τα όνειρά σου, τις προσδοκίες σου……
Ελισάβετ Πεπ.

 

 

Ν Ε Ο Κ Υ Μ Α…. ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

Published May 4, 2016 by elipep2001

αρωμα ψυχής

Το άρωμα της ψυχής είναι η ανάμνηση .. είχε πεί η Γεωργία Σάνδη …
Η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στις αναμνήσεις και στις ελπίδες κατά τα λεγόμενα του Γ.Δροσίνη.
Για μένα όμως η ανάμνηση της λύπης μας γλυκαίνει το παρόν… Αν η ζωή ήταν ένα λουλούδι, οι αναμνήσεις θα ήταν το άρωμά του. 
Μια ωραία ανάμνηση είναι πιο ωραία από την ευτυχία που την προκάλεσε είχε πει ο Μυσσέ..!
Το παρελθόν είναι ένας φάρος και οι αναμνήσεις το φώς του.. Όσο μένει αναμμένος ο φάρος της ψυχής μας τόσο θα φωτίζεται η ζωή μας στα χρόνια που περνούν απο πάνω μας και θα γίνεται σφραγίδα του εσωτερικού μας κόσμου. Και η μουσική των νεανικών μας χρόνων θα μας βοηθά να ξετυλίγουμε το νήμα των όμορφων και δύσκολων εποχών που έχουμε ζήσει.
Κάθε άνθρωπος έχει Α Ν Α Μ Ν Η Σ Ε Ι Σ… Είτε ομορφες είτε άσχημες, είτε χαρούμενες είτε ευτυχισμένες, είτε στενοχωρημένες, είτε εύκολες είτε δύσκολες.. !!!
Η ζωή καθώς προχωράει πάντα αφήνει τα σημάδια της.. Στο χέρι μας είναι να διαλέξουμε ποια θα θυμόμαστε και ποια θα ξεχνάμε για πάντα.
Τα παιδικά μου χρόνια πέρασαν μέσα σε μια μουσική οικογένεια με το τραγούδι τις κιθάρες, μπουζούκι και ακορντεόν καθώς όλοι της οικογένειες απο πατέρα,έως κοντινούς και αγαπημένους θείους είχαν τη μουσική σαν την καλύτερη διασκέδασή τους. Μαζεύονταν και με κέφι έπαιζαν τα παραπάνω όργανα και οι υπολοιποι της παρέας τραγουδούσαν .
Ετσι κι εγώ μεγάλωσα με μουσική παράδοση και αγάπη στο τραγούδι στη μουσική και στο χορό.
Καθώς μεγάλωνα το ρεμπέτικο και παραδοσιακό τραγούδι με οδηγούσε στο ελαφρό τραγούδι και κατόπιν στα νεανικά μου χρονια είχα γίνει λάτρης της μελωδικής παρέας του “νέου κύματος” όπως το ονόμαζαν εκείνη την εποχή. 

“Το νέο κύμα” το πρόλαβα στο τέλος της εποχής του μιας και είχε ξεκινήσει απο τη δεκαετία 60s.
Επηρεάστηκε από το ελαφρύ τραγούδι και αποτελούνταν από λίγα όργανα και συνήθως από μια κιθάρα και από μία φωνή, ήταν τρυφερά και αρκετά συχνά είχαν την μορφή μίας μπαλάντας.

Το νέο κύμα στην πραγματικότητα δεν είχε μόνο την μορφή μιας μπαλάντας και ήρεμης μουσικής. Μπορούσαμε να την εντοπίσουμε και σε άλλες μορφές π.χ.: ροκ, γνήσια λαϊκά και λαϊκότροπα, παραδοσιακά δημοτικά ακόμα και απλά χορευτικά κομμάτια.Συνήθως με τρόπο ποιητικό και συχνά σουρεαλιστικό έπαιζε με τις λέξεις. Φανέρωνε δηλαδή και έβγαζε μία αγάπη προς τα έξω αναλόγως με τους στίχους και για κάθε πάθος.

Σημαντικοί εκπρόσωποι τους είδους αυτού ήταν οι: Γιάννης Σπανός, Λάκης Παππάς, Γιώργος Ζωγράφος, Αρλέτα, Νότης Μαυρίδης, Καίτη Χωματά, Γιάννης Πουλόπουλος, Μιχάλης Βιολάρης, Ρένα Κουμιώτη, Κώστας Χατζής και άλλοι. Από τους βασικούς συνθέτες του “Νέου Κύματος” ήταν και ο Λίνος Κόκοτος, ο Νότης Μαυρούδης, ο Βασίλης Κούμπης, ο Ανδρέας Πρέζας, ο Γίωργος Κριμιζάκης, ο Ηλίας 9 Πηγές: el.wikipedia.org, http://www.musicportal.gr Καραγιάννης και ο Γίαννης Γλέζος, ο Νίκος Μαμαγκάκης, ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ο Χρήστος Λέοντης , ο Μάνος Λοΐζος, ο Δήμος Μούτσης και ο Λουκίανος Κηλαϊδόνης. Ο τρόπος ηχογράφησης του νέου κύματος κυκλοφορούσε από κασέτες ακόμα και από CD.

Οι στίχοι του νέου κύματος συνήθιζαν να πλησιάζουν το ερωτικό, κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. Το νέο κύμα αποτελούνταν συνήθως από μια ομάδα νέων παιδιών, που προσπαθούσαν να εκφραστούν μέσα από τους στίχους ενός κομματιού, ξεκίνησαν χωρίς να έχουν στο μυαλό τους τη δόξα και την καριέρα που τους περίμενε.

Αρκετοί δεν προέρχονταν από τον χώρο της μουσικής αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε να ενωθούν και να συνεργαστούν πολλές φορές. Πολλά άτομα τα οποία πήραν μέρος στο νέο κύμα ήταν ακόμα μαθητές, φοιτητές και άλλοι συμμετείχαν στην σκηνή του θεάτρου. Το νέο κύμα δηλαδή τα όνειρα και ο ενθουσιασμός νέων παιδιών τους συνέδεσε μεταξύ τους και ας μην προέρχονταν από το χώρο της μουσικής. Συνήθως οι στίχοι είχαν ως νόημα μια κατάθεση ψυχής από ανθρώπους με ευαισθησία, παιδεία και ταλέντο, που πολύ λίγο νοιάζονταν για το παιχνίδι της αγοράς και τους κανόνες του μάρκετινγκ.

Η Πλάκα της Αθήνας στις αρχές του ’60 γρήγορα εξελίχθηκε ως η γειτονιά του τραγουδιού. Οι σκηνές είχα ιδιαίτερα χαμηλό φωτισμό, καλλιτεχνική εικονογράφηση στους τοίχους, πάγκοι, σκαμνιά, ένα πιάνο, μια κιθάρα και πάνω απ’ όλα παρεΐστικη διάθεση για τραγούδι. Το νέο κύμα είναι από μια παλιά εποχή και πλέον έχει μείνει απλά μια ανάμνηση. Όμως πολλές φορές κάποιες φωτογραφίες από τα κομμάτια και κάποιες μελωδίες μπορούν ακόμα να κρατήσουν ζωντανό κάποιο μέρος του νέου κύματος και μαζί με αυτό να μας υπενθυμίσουν κάποιες αναμνήσεις από την ζωή μας.

Αρκετά συχνά πολλοί νεώτεροι θα ‘θελαν να ζήσουν την εποχή του νέου κύματος και κάποιοι άλλοι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας απλά νοσταλγούν αυτές τις εποχές. Ας ακούσουμε τα τραγούδια του “νέου κύματος” της δεκαετίας του ’60 και οι μεγαλύτεροι ας θυμηθούν τον κόσμο πως ήταν τότε και οι νεότεροι ας προσπαθήσουν να σκεφτούν και να φανταστούν την ζωή τότε.

 

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα μου κάνει παρέα η μουσική.
Μουσική κάθε είδους .
Aνάλογα την ηλικία,την διάθεση,την στιγμή.
Οι μουσικές του Χατζιδάκι ,του Θεοδωράκη και του Ξαρχάκου χάϊδευαν τ’αυτιά μας και ταξιδεύαμε με τους στίχους του Ρίτσου ,του Ελύτη και του Γκάτσου.

Οι μελωδίες και οι στίχοι των τραγουδιών ,ξεχύνονταν στη γειτονιά πότιζαν την ψυχή μου και ταξίδευα μαζί τους .
Αγάπησα εκείνα τα τραγούδια. Κι ακόμα τα αγαπώ…
Πιάνω συχνά τον εαυτό μου να σιγομουρμουρίζει….
Χάρτινο το φεγγαράκι ….
Kάπου υπάρχει η αγάπη μου…
Είσ’ ένα περιστέρι …
Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου …
Είχα μια θάλασσα στο νου ….
Φέρτε μ’ ένα μαντολίνο …
Αγαπημένες μου φωνές της εποχής της Νάνας Μούσχουρη,της Γιοβάννας και της Τζένης Βάνου.
Φωνές και τραγούδια ερωτικά ,γραμμένα στη μνήμη , ήρθαν ξανά και ξανά και τραγουδήθηκαν σε όμορφες,τρυφερές στιγμές…

Μα αυτό που με σημάδεψε απ’εκείνη την εποχή ,αγαπημένο και χιλιοτραγουδισμένο σ’όμορφες αλλά και δύσκολες στιγμές …
Θάλασσα πλατιά
σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις
θάλασσα βαθιά
μια στιγμή δεν ησυχάζεις
λες κι έχεις καρδιά
τη δικιά μου την μικρούλα την καρδιά..
 

Στα οικογενειακά γλέντια κι όχι μόνο οι δίσκοι των 45 στροφών παίζανε μέχρι να χιλιογρατζουνιστούν κι η βελόνα ν’αρχίσει να χοροπηδά.
Ολες οι νέες κυκλοφορίες πλούτιζαν την δισκοθήκη των γονιών μου.
Από Θεοδωράκη ,Ξαρχάκο Μπιθικώτση μέχρι Καζαντζίδη και Βούλα Πάλλα.
Ηταν η εποχή της μεγάλης μετανάστευσης ,το σπίτι κάθε τόσο γεμάτο από συγγενείς που έρχονταν απ’το χωριό ή την επαρχία στην Αθήνα να φτιάξουν τα χαρτιά τους και να φύγουν για Αυστραλία, Καναδά ,Αμερική.Ολοι φιλοξενούνταν στο σπίτι μας και κάθε βράδυ μια μικρή γιορτή στηνόταν με φτωχικούς μεζέδες,κρασί ,τραγούδια και κλάματα.
Η «Συνεφιασμένη Κυριακή » μπερδευόταν με την «Απονη ζωή» και η «Μαντουμπάλα» με το λυγμό του Καζατζίδη …Μαννούλα θα φύγω μην κλάψεις για μένα….
Καθώς μεγάλωνα είχα ακούσματα και απο τις παρέες των αδελφων μου απο την ξένη μουσική. Χιλιοτραγουδισμένα τραγούδια των Beatles, που σάρωναν εκείνη την εποχή των παιδιών των λουλουδιών και των συναυλιών που σημάδεψαν μια νέα εποχή που ερχότανε με τις καινούριες μόδες του μίνι, της καμπάνας, τη σόουλ μιούζικ και πάει λέγοντας.
Ήμουν μικρή αλλά ήξερα όλα τα τραγούδια

του Elvis ,των Beatles και των Rolling Stones .Τραγούδαγα το «Satisfaction» και το «Let It be» και χόρευα ροκ ,μαμπο , γιανκα και σεικ.

 Τα ακούσματα αυτών των τραγουδιών τα παρακολουθούσα απο το μικρό ραδιοφωνάκι που είχε κατασκευάσει μόνος του ο μεγάλος αδελφός μου.

 του Elvis ,των Beatles και των Rolling Stones .Τραγούδαγα το «Satisfaction» και το «Let It be» και χόρευα ροκ ,μαμπο ,γιανκα και σεικ.
Μάλιστα ένα τραγούδι που με νοσταλγία σιγοτραγουδάω ακόμα είναι το «Yesterday»
Yesterday, all my troubles seemed so far away!
Now it looks as though they’re here to stay,
Oh, I believe in yesterday
Suddenly, I’m not half the man I used to be!
There’s a shadow hanging over me,
Oh, yesterday came suddenly.

Αλλά είχα και άλλη πηγή εκμάθησης τραγουδιών. Ήταν ο ερασιτεχνικός σταθμός του αδελφού μου που κάναμε εκπομπές και ήμουν η εκφωνήτρια επειδή είχα ωραία άρθρωση και αγάπη στην επικοινωνία.
Για τον χορό δεν το συζητώ.. ήταν έμφυτο.. κληροδότημα… όλης της οικογένειας.
Στα πάρτυ των αδελφών μου, αλλά και στα πάρτυ των φίλων τους ήμουν πρώτη και καλύτερη, (μιας και οι γονείς μου επέβαλλαν στα αδέλφια μου να με παίρνουν μαζί τους), φόραγα φουστανάκια με βολάν κι ασπρα σοσόνια. Θυμάμαι τους χαμηλούς φωτισμούς και το vermout, brandy.. και χορό μεχρι πρωίας, ζωντανές αναμνήσεις για όλους όσους τα έχουν ζήσει.
Χόρευα μαζί τους ,δοκίμαζα κρυφά βερμουτ στα ψιλόλιγνα ποτήρια ,τσάκιζα τα κρακεράκια και τους ξηρούς καρπούς κι ήξερα όλα τα μυστικά των «μεγάλων » κοριτσιών, μιας και μίλαγαν ελεύθερα μπροστά στη «μικρή». Εζησα δηλαδή ,όλα αυτά που πολύ αργότερα τόσο όμορφα μας θύμισε η Αλκηστις στο τραγούδι της «Τα πιο ωραια λαικα».

Εκείνη την εποχή εμφανίστηκαν και Ελληνικά συγκροτήματα με ανθρώπους πουν λάτρευαν την μουσική και ήταν όλοι νεαροι και νεαρές μαθητές και φοιτητές. Οι Ολύμπιανς , Charms, Idols, Poll..

Κι ήρθε το «νέο κύμα» κι η εποχή των μπουατ.
Σε μπουατ δεν πήγα ,λόγω ηλικίας, μα κάτι τα μεγαλύτερα αδέλφια μου, κάτι η τηλεόραση που στο μεταξύ εισέβαλλε στο σπίτι με κράτησαν ενήμερη και για τις μουσικές τάσεις της εποχής.
Απ’τους αγαπημενους ερμηνευτες της εποχής η Αρλέτα , ο Γιαννης Πουλόπουλος , η Πόπη Αστεριάδη , ο Γ.Ζωγράφος κι η Καίτη Χωματά.
Αμετρητα τα τραγούδια που αγάπησα ,μα πολλές φορές ακόμα σιγομουρμουρίζω
Νύχτα βροχερή άδειο το χέρι
ψάχνει να σε βρει μα δεν το ξέρειπού θα σε βρει
Μια φορά θυμάμαι μ’ αγαπούσες τώρα βροχή
μια φορά θυμάμαι μου μιλούσες τώρα σιωπή.

Ο Γιάννης Πουλόπουλος ήταν αυτός που λάτρεψα πιο πολύ. Ίσως γιατί ήταν πιο κοντά στα χρόνια της εφηβείας μου.
Οι στίχοι και οι μουσικές των τραγουδιών του ήταν για την εφηβική μου ηλικία ένα απαλό χάδι στην ψυχή μου. 
Πάντα αισθηματίας εγώ.. πάντα μελαγχολική η εποχή της εφηβείας μας τα τραγούδια του ήταν μια κατάθεση ψυχής. Θυμάμαι στο δωμάτιο μου είχα μια μεγάλη αφίσα πάνω απο το προσκέφαλο του κρεβατιού μου και απο τον απέναντι τοίχο μια μεγάλη αφίσα της Rom;inas Power και  του Albano.
O adamo ήταν ο τροβαδούρος των μυστικών μου ερώτων και συναισθηματικών σκέψεων.

Αρχές δεκαετίας του 70 η χούντα καλά κρατεί ,το πικαπ κάηκε πιά από την πολύ χρήση και μεις αποχαυνώμαστε μπροστα στο θαύμα της τηλεόρασης με τις μουσικές εκπομπές του Μαστοράκη ,το φεστιβαλ του Σαν Ρέμο και της Θεσ/νίκης.
Εκείνη την εποχή ακούω φανατικά από τον Αdamo τα Amour perdu & Εnsemble
κι απ’τον Αl Bano τα Io Di Notte & ma perque..
Η ελληνική ποπ ανθίζει μαζί με την εφηβεία μου ,μαζεύω πόστερ από το «Φαντάζιο»
κι ακούω Βίκυ –Μαρίνα- Δάκη και Πασχάλη
Αναμνήσεις μένουν οι ωραίες στιγμές
τα φιλιά οι όρκοι κι οι χαρές
ο καιρός κυλάει κι η αγάπες περνούν
κι οι καρδιές μας όλα τα ξεχνούν
Κάποια μέρα φτάνει ένα γκρίζο πρωί
που δεν σου γελά πια η ζωή
και για συντροφιά έχεις τη μοναξιά
κι αναμνήσεις μέσα στην καρδιά
H χούντα μας απαγορεύει τραγούδια του μίκη θεοδωράκη , καμπάνες παντελόνια, φούστες μίνι και μας προσγειώνει σε μια απότομη δύσκολη πραγματικότητα .. τότε είναι που γνωρίζω καλύτερα την ελληνική ροκ.
Λατρεμένοι της εποχής οι Poll , οι Socrates drank the conium οι Peloma Bokiou και οι
Nostradamos.
Είναι η ώρα που αγοράζω και τον πρώτο μου δίσκο . 

Είναι των Poll με τίτλο «Aνθρωπε».
Παίζει από το πρωί ως το βράδυ ,τον φυλάω όμως σαν τα μάτια μου
και μένει πια στο πατρικό μαζί με τ’αλλα κειμήλια της εφηβείας μου.
Αν θες τραγούδια όμορφα ν’ ακούσεις, ήλιε μου
την καρδιά μου ν’ ανοίξεις
Αν θες λουλούδι γύρω σου ν’ ανθίσει,
το θυμό άσ’ τον όλο να σβήσει
Άνθρωπε αγάπα, τη φωτιά σταμάτα
και τη δύναμή σου δώσ’ την στο φιλί σου.

“ΤΑ ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ ΜΟΥ ΤΑ ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΟΥ”

Published February 7, 2016 by elipep2001

 

 

 

σφουγγαρακης

Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου     

Είναι η φράση της οποίας την προέλευση θα εξερευνήσουμε σήμερα. Φράση χιλιοειπωμένη από τα χείλη πολλών και ιδιαίτερα δημοφιλούς ειδικά τώρα, μια και οι τρέχουσες συγκυρίες οδηγούν τους πολίτες απανταχού στον πλανήτη να υιοθετούν μια κατά κάποιο τρόπο ηττοπαθή στάση απέναντι στα κοινωνικά δρώμενα. Έρχεται κάποια στιγμή που οι προσδοκίες κάθε συνειδητοποιημένου πολίτη συναντιούνται πρόσωπο με πρόσωπο με την επανάληψη των κακώς δρώμενων και την αδυναμία διόρθωσης, αλλαγής ή κατάργησης ολοκληρωτικής κάθε κακώς κείμενης κατάστασης.

Και όταν πια βρισκόμαστε μπροστά στη διάψευση των ελπίδων μας ότι η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί, όταν βλέπουμε πως το μόνο σίγουρο είναι ότι οι υποσχέσεις που εκφράζονται από πλευράς αυτών που ορίσαμε ως αρμόδιους ‘ηγέτες’ μας στην κοινή πορεία προς την πρόοδο και εξυγίανσή μας, μένουν μόνο θεωρία επαναλαμβανόμενη χωρίς καμία πραγμάτωση, μένουμε πληγωμένοι, απαθείς και μονολογώντας ψιθυρίζουμε «Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου».

Ποιος ήταν όμως αυτός ο Παντελής που κάποτε σκόρπιζε και ο ίδιος υποσχέσεις στους κουρασμένους και αγανακτισμένους από την απραξία και παντελή έλλειψη προόδου και αλλαγής που χαρακτήριζε την κοινωνία τους, πολίτες;

Κρητική η προέλευση της φράσης. Βρισκόμαστε εν έτει 1204, χρονολογία στην οποία πραγματοποιήθηκε η κατάκτηση της Κρήτης από τους Ενετούς. Αγανακτισμένοι και απελπισμένοι οι κάτοικοι δεν παραδίδονται στην απελπισία τους μα αγωνίζονται για σύσταση οργανωμένης αντίστασης και οργάνωση των σταδιακών βημάτων τους που απαιτούνται προκειμένου να επιτύχουν την αποτίναξη του ξένου ζυγού.

Μεταξύ αυτών και ο Παντελής Αστραπογιαννάκης, πιο τολμηρός και αποφασισμένος, ο οποίος προχωρά σε πιο αποφασιστική ενέργεια. Παίρνει τα βουνά μαζί με κάποιους άλλους τολμηρούς συμπατριώτες του. Από εκεί κατέβαιναν τις νύχτες και χτυπούσαν τους κατακτητές μέσα στα κάστρα τους. Για να δίνει κουράγιο στους νησιώτες, τούς υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν γρήγορα την Κρήτη, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να έχει η ομάδα του τη δύναμη οργάνωσης αλλά και την υποδομή να προχωρήσει σε μία τέτοια μεγάλης μορφής αντίσταση. Παρά ταύτα ο Παντελής κινητοποιημένος από ένα παρορμητισμό αλλά και από την εγγενή, κάθε ανθρώπου, επιθυμία δημιουργίας ελπίδων που θα μπορούσαν να αυξήσουν το θαυμασμό στο πρόσωπό του, συνέχιζε να φυτεύει στις ψυχές των συμπολιτών του την ψευδεπίγραφη ελπίδα της μόνιμης απελευθέρωσής τους.

Με το σήμερα, όμως, και με το αύριο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του νησιού αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε. Οι Κρητικοί άρχισαν ν’ απελπίζονται. Μα ο Αστραπογιαννάκης δεν έχανε το θάρρος του, εξακολουθούσε να τους δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση. Οι συμπατριώτες του, όμως, δεν τα πίστευαν πια. Όταν, λοιπόν, το ασύγκριτο εκείνο παλικάρι πήγαινε να τους μιλήσει, όλοι έλεγαν: «Ξέρουμε τι θα πεις. Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μoυ!».

Η ιστορία είναι μια σειρά επαναλαμβανόμενων ομόκεντρων κύκλων. Πάντα υπάρχει η ώρα η κρίσιμη για κάθε λαό κατά την οποία καλείται να λάβει μέτρα αντιμετώπισης των δυσχερειών που αντιμετωπίζει. Μόνο που σήμερα πια η οποιαδήποτε δυσχέρεια, ανωμαλία και δυσκολία δεν αφορά ποτέ έναν μόνο λαό. Σήμερα είμαστε μάρτυρες της γνώσης ότι οποιαδήποτε αλλαγή επηρρεάζει και την πιο απόμαρκη έστω και ερημική γωνιά του πλανήτη.

Για αυτό το λόγο ειδικά σήμερα ο κάθε ‘Παντελής’ που παίρνει δικαιωματικά ή μη το ρόλο του υπευθύνου οργάνωσης των μέτρων που πρέπει να ληφθούν και να τηρηθούν απαρέγκλιτα από όλους αν όντως θέλουμε να προσπαθήσουμε για το αναφαίρετο δικαίωμά μας σε μια ποιότητα ζωής, καλό θα ταν να θυμάται πως μία κενή υπόσχεση δεν προκαλεί απλώς την αδιαφορία του κόσμου αλλά ακόμα χειρότερα την σιωπηλά συμφωνημένη πορεία προς την καταστροφή του.

Και όσο για μας τους πολίτες που μένουμε θεατές των λεγομένων και πεπραγμένων κάθε ‘Παντελή’, καλό είναι να συνειδητοποιήσουμε όσο ακόμα έχουμε χρόνο ότι ο ‘Παντελής’ δεν είναι μόνο αυτός που δίνει κενές υποσχέσεις αλλά πολύ χειρότερα αυτός που τις αποδέχεται απαθώς…

(πηγή: Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας)